Τραγική παραμένει η κατάσταση - Μας προσπερνούν χώρες όπως η Αλβανία, το Κατάρ και η Γκάνα στη νέα έκθεση των Ρεπόρτερ Χωρίς Σύνορα
Συντάκτης: Παντελής Λαμψιώτης
Στον πάτο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξακολουθεί να βρίσκεται η Ελλάδα, όσον αφορά την επίδοση της σε ζητήματα ελευθερίας του Τύπου. Καταλαμβάνοντας την 86η θέση σε σύνολο 180 χωρών, η χώρα μας συνεχίζει να διαθέτει πανευρωπαϊκά την πιο «τοξική» αντιμετώπιση προς την πολυφωνία, την ελεύθερη έκφραση και την ανεμπόδιστη πρόσβαση στην πληροφορία.
Αυτό προκύπτει από τη νέα ετήσια έκθεση «World Press Freedom Index» που δημοσίευσαν οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα (RSF) για το 2026. Η Ελλάδα μπορεί να ανέβηκε κατά τρεις θέσεις στη λίστα σε σχέση με πέρυσι (ήταν 89η), αλλά εξακολουθεί να είναι το «μαύρο πρόβατο» της ΕΕ, καταταγμένη στην τελευταία θέση της τρίτης κατηγορίας όπου υπάγονται οι χώρες «με ορατά προβλήματα», μία μόλις θέση πάνω από την τέταρτη και χειρότερη κατηγορία της «δύσκολης κατάστασης».
Ρίχνοντας μια ματιά στις χώρες που διαθέτουν μεγαλύτερη ελευθερία του Τύπου από την Ελλάδα, οι παρατηρήσεις είναι αποκαρδιωτικές. Η Μογγολία, το Κόσοβο, τα Σκόπια, η Αλβανία, η Σιέρα Λεόνε, το Κατάρ, η Παπούα Νέα Γουινέα, η Μαυριτανία και η Γκάνα, είναι μερικά από τα κράτη που βρίσκονται ψηλότερα στην κατάταξη.
Δημιουργεί τραγική εντύπωση ότι η χώρα που γέννησε τη Δημοκρατία, θεωρείται σήμερα πιο ανελεύθερη από πολλές χώρες της Αφρικής ή των Βαλκανίων. Φυσικά η κυβέρνηση Μητσοτάκη ουδέποτε παραδέχθηκε τις αξιολογήσεις των RSF, επιχειρώντας πάντοτε να τις υποβαθμίζει ως «αναξιόπιστες» και «αναληθείς».
Στην πραγματικότητα οι RSF θεωρούνται ένας οργανισμός παγκόσμιου κύρους, αποτελώντας έναν από τους πιο στενούς συνεργάτες της Κομισιόν, η οποία αντλεί δεδομένα για τη σύνταξη εκθέσεων σχετικά με το κράτος Δικαίου στις χώρες της ΕΕ. Να υπενθυμίσουμε δε, ότι τα πιο ντροπιαστικά «ρεκόρ» της κυβέρνησης Μητσοτάκη στην ελευθερία του Τύπου, ήταν η 108η και 107η θέση που είχε καταλάβει η χώρα μας το 2022 και το 2023 αντίστοιχα.
Τα κριτήρια της χαμηλής κατάταξης
Στην εξειδικευμένη ανάλυση για τη χώρα μας, οι RSF σημειώνουν τρεις βασικές αιτίες για τη χαμηλή κατάταξη. Η πρώτη είναι οι εκφοβιστικές μηνύσεις προς τους δημοσιογράφους, ως εργαλείο της εξουσίας για τη φίμωση της κριτικής. Η δεύτερη αφορά το ατιμώρητο σκάνδαλο των υποκλοπών, αλλά και τις ανεξιχνίαστες δολοφονίες δημοσιογράφων όπως του Γιώργου Καραϊβάζ. Και η τρίτη αιτία συνδέεται με την υπερσυγκέντρωση της ιδιοκτησίας (ή της επιρροής) των Μέσων Ενημέρωσης σε περιορισμένο αριθμό επιχειρηματικών ομίλων, κάτι που καταπνίγει την αξία της πολυφωνίας.
Η κατάσταση όμως χειροτερεύει και σε παγκόσμιο επίπεδο, αφού η ελευθερία του Τύπου έχει υποχωρήσει στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 25 ετών όπως φανερώνει η έκθεση. Σε 100 από τις 180 χώρες, η κατάσταση έχει επιδεινωθεί, ενώ διαπιστώνεται ότι η η ελευθερία του Τύπου χαρακτηρίζεται «δύσκολη» ή «πολύ σοβαρή» σε παραπάνω από τη μισή υφήλιο (52,2%), την ώρα που το 2002 αυτό το ποσοστό βρισκόταν μόλις στο 13,7%.
Βλέπουμε ότι παρά την τεχνολογική πρόοδο των κρατών προς την αμεσότητα της πληροφόρησης, η ποιοτική ενημέρωση όχι μόνο δεν ακμάζει, αλλά βυθίζεται σε σκοτεινές εποχές…
Αναλυτικά η αναφορά για την Ελλάδα
«Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος είναι υπεύθυνος για την εποπτεία των δημόσιων μέσων ενημέρωσης, γεγονός που θέτει σε κίνδυνο τη συντακτική τους ανεξαρτησία. Η ρυθμιστική αρχή για τις ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές, το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ), το οποίο κατηγορείται για βραδύτητα και αναποτελεσματικότητα, δεν έχει υποστεί σημαντική αναμόρφωση ούτε από την παρούσα, ούτε από την προηγούμενη κυβέρνηση. Η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ), η οποία τελεί υπό την εποπτεία του πρωθυπουργού, εμπλέκεται στην παρακολούθηση δημοσιογράφων, πολλοί από τους οποίους έχουν αποτελέσει στόχο του λογισμικού υποκλοπής Predator.
Παρά τις συνταγματικές εγγυήσεις, η Ελευθερία του Τύπου έχει αμφισβητηθεί σε νομοθετικό επίπεδο. Οι νέοι νόμοι που ψηφίστηκαν από το Κοινοβούλιο ως απάντηση στο σκάνδαλο των υποκλοπών “Predatorgate” αποσκοπούν στην καλύτερη προστασία των πολιτών από την αυθαίρετη παρακολούθηση, αλλά δεν πληρούν τα ευρωπαϊκά πρότυπα, ενώ το Ανώτατο Δικαστήριο απάλλαξε την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ) από κάθε ευθύνη για τη συμμετοχή της στο σκάνδαλο. Ένα νομοσχέδιο για τα μέσα ενημέρωσης οδήγησε στη δημιουργία μιας αμφιλεγόμενης επιτροπής δεοντολογίας, ενώ ένας δημοσιογράφος καταδικάστηκε βάσει του ποινικού κώδικα για διάδοση ψευδών πληροφοριών χωρίς καμία αδιάσειστη απόδειξη. Μια τροπολογία που ψηφίστηκε το 2023 αυξάνει τον κίνδυνο φυλάκισης δημοσιογράφων για δυσφήμιση.
Παράλληλα, η οικονομική κρίση της τελευταίας δεκαετίας, σε συνδυασμό με τη μείωση του αναγνωστικού κοινού και των διαφημιστικών προϋπολογισμών, έχει θέσει υπό αμφισβήτηση τη μακροπρόθεσμη επιβίωση πολλών μέσων ενημέρωσης. Ο αντίκτυπος της νέας νομοθεσίας που αποσκοπεί στην αύξηση της διαφάνειας όσον αφορά την ιδιοκτησία και τη χρηματοδότηση των μέσων ενημέρωσης παραμένει αβέβαιος.
Τα γραφεία ορισμένων μέσων ενημέρωσης δέχονται τακτικά επιθέσεις από ακροαριστερούς και ακροδεξιούς ακτιβιστές που τα θεωρούν ιδεολογικούς εχθρούς. Επιπλέον, οι γυναίκες δημοσιογράφοι αντιμετωπίζουν συχνά σεξισμό στον χώρο εργασίας.
Η αστυνομία καταφεύγει τακτικά στη βία και σε αυθαίρετες απαγορεύσεις για να παρεμποδίσει τη δημοσιογραφική κάλυψη των διαδηλώσεων και της προσφυγικής κρίσης στα ελληνικά νησιά. Δημοσιογράφοι έχουν πέσει θύματα σωματικών επιθέσεων κατά τη διάρκεια αθλητικών εκδηλώσεων και μπροστά στα σπίτια τους. Η δολοφονία του βετεράνου αστυνομικού συντάκτη Γιώργου Καραϊβάζ, ο οποίος πυροβολήθηκε μέρα μεσημέρι μπροστά από το σπίτι του στην Αθήνα το 2021, παραμένει ανεξιχνίαστη, καθώς δύο ύποπτοι αθωώθηκαν το 2024. Το περιορισμένο πεδίο αρμοδιοτήτων μιας ομάδας εργασίας για την προστασία των δημοσιογράφων την εμποδίζει να αντιμετωπίσει τη συστημική κρίση της ελληνικής δημοσιογραφίας».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου