Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

Γεώργιος Αποστολάκης, Από την παρακολούθηση στη ρύθμιση της συμπεριφοράς. Μπορούν να επηρεάσουν τη βουλητική δύναμη;

Στο παρόν 3ο άρθρο θα εμβαθύνουμε το ζήτημα: Ποιος μας βεβαιώνει ότι η παρακολούθηση με τις κάθε είδους εφαρμογές, που προϋποθέτουν ενσωματωμενα συστήματα, θα περιοριστεί μόνο σε ζητήματα υγείας (που στο κάτω-κάτω είναι και χρήσιμα) και δεν θα επεκταθεί σιγά-σιγά και σε ζητήματα προσωπικής ελευθερίας και επιτήρησης; Επίσης, τα συστήματα αυτά δεν θα μπορούν να επηρεάζουν τη βουλητική δύναμη του ανθρώπου; Τα προδρομικά αυτά συστήματα έχουν σχέση με «τσιπ» που ο Ελον Μασκ λέει ότι παρήγαγε, για να το συνδέσει με νευρώνες του εγκεφάλου;

Θα το πάμε το θέμα σε βάθος, χωρίς υπεκφυγές, γιατί τα ερωτήματα αυτά  δεν είναι απλά. Είναι θεμελιώδη πολιτικά, φιλοσοφικά και τεχνολογικά — όχι απλώς τεχνικά.

Α.- Γιατί η παρακολούθηση δεν «θα περιοριστεί στην υγεία» – και γιατί αυτό δεν είναι εγγυημένο

Η επίσημη αφήγηση είναι πάντα η ίδια: «Υγεία, ασφάλεια, πρόληψη, ευεξία». Αυτό δεν είναι ψέμα, αλλά είναι μερική αλήθεια.

Ας εξετάσουμε όμως πώς λειτουργεί ιστορικά η τεχνολογία. Καμία τεχνολογία επιτήρησης δεν ξεκίνησε για έλεγχο των ανθρώπων και των κοινωνιών. Το GPS έγινε για στρατιωτική πλοήγηση. Τα κινητά  τηλέφωνα για επικοινωνία. Τα social media για κοινωνική σύνδεση. Τα smartwatches για υγεία και fitness.

Η επιτήρηση όμως  υλοποιείται έμμεσα, όταν τα δεδομένα γίνονται συνεχή, κεντρικοποιούνται  και συσχετίζονται μεταξύ τους.

Στην περίπτωση των ενσωματωμένων βιοσυστημάτων, μιλάμε για  δεδομένα σώματος επί 24ώρου βάσεως, για δεδομένα διάθεσης, για επίπεδα στρες, για πρότυπα ύπνου, για αντιδράσεις σε ερεθίσματα. Αυτά δεν είναι απλώς ιατρικά δεδομένα. Είναι δεδομένα συμπεριφοράς και ψυχολογικής κατάστασης. Άρα η επέκταση από την υγεία στην επιτήρηση δεν είναι “αν”, αλλά “πότε και με ποιον έλεγχο”.

Β.- Από την παρακολούθηση στη ρύθμιση της συμπεριφοράς

Εδώ περνάμε στο κρίσιμο σημείο. Να το ξεκαθαρίσουμε: η παρακολούθηση δεν συνεπάγεται έλεγχο μέχρι να συνδεθεί με feedback (=ανατροφοδότηση, ανάδραση).

Τα σημερινά συστήματα μετρούν, αναλύουν, προτείνουν. Τα αυριανά θα παρεμβαίνουν.

Να μερικά παραδείγματα ήπιας παρέμβασης: ειδοποίηση του τύπου «χαλάρωσε», αλλαγή φωτισμού, ήχος / δόνηση, μικροερέθισμα.

Αυτό λέγεται  ρύθμιση συμπεριφοράς (behavioral modulation ).

Το όριο ξεπερνιέται όταν το σύστημα ξέρει πότε είσαι ευάλωτος, προβλέπει την αντίδρασή σου και ιδίως παρεμβαίνει πριν αποφασίσεις. Τότε δεν μιλάμε μεν για εξαναγκασμό. Μιλάμε όμως για καθοδήγηση χωρίς συνειδητή συναίνεση.

Γ.- Μπορούν να επηρεάσουν τη βουλητική δύναμη;

Η απάντηση είναι, ναι. Όχι άμεσα, αλλά στατιστικά και σωρευτικά.

Θα το εξηγήσω με βάση του πώς λειτουργεί η βούληση. Η ανθρώπινη βούληση εξαρτάται από ενέργεια, ύπνο, συναισθηματική κατάσταση, γνωστικό φορτίο.

Αν λοιπόν ένα σύστημα γνωρίζει πότε είσαι κουρασμένος, πότε είσαι αγχωμένος, πότε είσαι πιο δεκτικός, τότε μπορεί να καθυστερεί, να ενισχύει ή να αποδυναμώνει επιλογές. Δεν χρειάζεται να «διατάξει» τον εγκέφαλο. Αρκεί να ρυθμίζει το περιβάλλον και τα ερεθίσματα. Αυτό είναι πιο ισχυρό από άμεσο έλεγχο.

Δ.- Σχέση με τα εγκεφαλικά εμφυτεύματα του Έλον Μασκ

Ναι , υπάρχει άμεση εννοιολογική και τεχνολογική συνέχεια. Ο Έλον Μασκ μέσω της εταιρείας Neuralink αναπτύσσει BCI (BrainComputer Interfaces), δηλαδή συστήματα που διαβάζουν (και δυνητικά διεγείρουν) νευρωνική δραστηριότητα και τη μετατρέπουν σε ψηφιακό σήμα. Αυτό που εμφυτεύεται δεν είναι ένα απλό “τσιπ” με την κλασική έννοια. Αποτελείται από μικροεπεξεργαστή (chip), δεκάδες ή εκατοντάδες λεπτότατα ηλεκτρόδια (threads), σύστημα ασύρματης επικοινωνίαςσύστημα τροφοδοσίαςβιοσυμβατά υλικά και λογισμικό αποκωδικοποίησης νευρωνικών σημάτων. Δηλαδή είναι ολόκληρο νευροτεχνολογικό σύστημα, όχι ένα chip όπως το καταλαβαίνουμε από τις κάρτες ή τους υπολογιστές.

Τι ακριβώς όμως είναι αυτά τα σύνθετα εμφυτεύσιμα συστήματα διεπαφής εγκεφάλου–υπολογιστή; Δεν είναι «τσιπ ελέγχου σκέψης», όπως συχνά παρουσιάζονται, αλλά ηλεκτρόδια που διαβάζουν νευρωνικά σήματα και μπορούν (θεωρητικά) να διεγείρουν νευρώνες.

Σήμερα ο κατασκευαστής δηλώνει ως στόχους: παράλυση, Parkinson, τραύματα. Αύριο: ενίσχυση μνήμης, μείωση άγχους, βελτιστοποίηση συγκέντρωσης.

Καταλαβαίνουμε πλέον τη διαφορά: Τα smartwatches είναι εξωτερικοί αισθητήρες. Τα BCI είναι εσωτερικοί αισθητήρες/διεγέρτες.

Είναι ίδια λογική, αλλά πολύ διαφορετικό το βάθος διείσδυσης.

Ε.- Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι τεχνολογικό

Είναι πολιτικό και ανθρωπολογικό. Το προσδιορίζουν τα ερωτήματα: α) Ποιος ορίζει ποια δεδομένα είναι “υγεία”; β) Ποιος αποφασίζει πότε επιτρέπεται παρέμβαση; γ) Μπορείς να αποσυνδεθείς χωρίς να αποκλειστείς κοινωνικά; δ) Τι σημαίνει ελεύθερη βούληση όταν το σύστημα σε γνωρίζει καλύτερα από εσένα;

Το ξέρουμε πολύ καλά από την εμπειρία της «πανδημίας covid» και των σκευασμάτων που μας πλασάραν ως «εμβόλια». Η τεχνολογία δεν έχει ηθική κατεύθυνση από μόνη της. Την κατεύθυνση τη δίνουν οι θεσμοί, τα οικονομικά κίνητρα, και η κοινωνική ανοχή.

Και να μη ξεχνούμε τη ρήση του Πλάτωνα στο Μενέξενο: «πᾶ­σά τε ἐ­πι­στή­μη χω­ρι­ζο­μέ­νη δι­και­ο­σύ­νης καὶ τῆς ἄλ­λης ἀ­ρε­τῆς πα­νουρ­γί­α, οὐ σο­φί­α φα­ί­νε­ται».

ΣΤ.- Συμπέρασμα

Τα smartwatches και τα συναφή δεν είναι ουδέτερα, είναι προδρομικά και ανοίγουν τον δρόμο για βαθύτερη ενσωμάτωση ανθρώπου–συστήματος. Δεν οδηγούν αναγκαστικά σε δυστοπία. Αλλά χωρίς σαφή όρια και με πονηρές προθέσεις, οδηγούν αναπόφευκτα σε κοινωνίες όπου η ελευθερία δεν αφαιρείται, απλώς αναπρογραμματίζεται.

Αν θέλεις να με ακολουθήσεις, στο επόμενο άρθρο μπορούμε να μιλήσουμε: Για κόκκινες γραμμές που θα έπρεπε να τεθούν. Για το αν υπάρχει τεχνικός τρόπος αντίστασης / αυτονομίας. Για το αν η ίδια η έννοια του «ανθρώπου» αλλάζει.

iepomenimera.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου