Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2017

Η αγωγή των νέων κατά τους Τρεις Ιεράρχες

Οι Τρεις Ιεράρχες, Μέγας Βασίλειος, Γρηγόριος Θεολόγος και Ιωάννης ο Χρυσόστομος με τις ερμηνείες και τη θεολογική σκέψη τους στήριξαν τη διδασκαλία του Χριστού και τη θεολογία της Ορθόδοξης Χριστιανικής πίστης, ενώ παράλληλα  με το ζήλο τους βοήθησαν ηθικά και υλικά την οικογένεια και την κοινωνία. Η αγάπη τους για τους νέους και το ενδιαφέρον τους για την ορθή διαπαιδαγώγηση αυτών είναι απαράμιλλη. Ο μέγας κοινωνικός Θεολόγος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφωνεί: «Τί γὰρ παίδων γλυκύτερον;».  


Κατά τους τρεις Ιεράρχες το πρώτο στοιχείο, το οποίο τονίζεται είναι ότι η αγωγή των νέων δεν είναι ευχερές και αμελητέο έργο, αλλά κατά τον έγκυρο λόγο του Γρηγορίου του Θεολόγου είναι «τέχνη τεχνῶν καὶ ἐπιστήμη ἐπιστημῶν».  Και αυτό διότι ο παιδαγωγός δε χειρίζεται κάποιο άψυχο μηχάνημα, αλλά χειραγωγεί νέους. Βασική και προσδιοριστική σκέψη είναι ότι οι νέοι είναι άνθρωποι. Και άνθρωπος κατά τον ιερό Χρυσόστομο είναι «τῶν ὀρωμένων ἁπάντων τιμιώτερον», ενώ κατά το Μέγα Βασίλειο «μόνον τῶν ζώων θεόπλαστον». Ο παιδαγωγός συνεπώς καλείται να διαπλάσει άνθρωπο, με σώμα και ψυχή.

Η αγωγή κατά το Μέγα Βασίλειο διαβαθμίζεται σύμφωνα με τον ηλικιακό δείκτη των τριών επτάδων ετών, του νηπίου (έως 7 ετών), του παιδιού (έως 14 ετών) και του εφήβου (έως 21 ετών). Είναι φανερό ότι πρώτος παιδαγωγός είναι ο γονέας, ο οποίος έχει στη διάθεσή του μια άγραφη νηπιακή ψυχή και καλείται να εγγράψει σε αυτήν και να τη στολίσει με ότι ωραιότερο και ωφελιμότερο υπάρχει στη ζωή, ώστε να γίνει ον κριτικό, αλλά και επιλεκτικό.      
Η αγωγή είναι πιο εύκολη κατά τη μικρή ηλικία, τότε που η ψυχή του παιδιού είναι, όπως αναφέρει ο Μέγας Βασίλειος εύπλαστη, απαλή και μαλακή σαν το κερί και επιδέχεται μορφοποίηση. Τότε δηλαδή που το παιδί είναι απαλό στη διάπλαση και όχι δυσήνιο και τραχύ. Κανείς δεν αμφισβητεί  ότι το παιδί χρειάζεται επίβλεψη από την πολύ μικρή ηλικία, όταν από την εποχή του Αριστοτέλη σημειώνεται η σπουδαιότητα των πέντε πρώτων χρόνων της ζωής του παιδιού. Η επαγρύπνηση των γονέων λοιπόν είναι απαραίτητη για να γίνει η αρχή μιας σωστής αγωγής. Ο Άγιος Χρυσόστομος, ο μέγας παιδαγωγός, το είχε ήδη αποδείξει στους γονείς της εποχής του: «Ὅταν γὰρ πράγμα τὴν ἀρχὴν καὶ τὴν ὑπόθεσιν λάβῃ καλὴν καὶ ἰσχυρὰν καὶ κοσμίαν ὀδῷ πάντα καὶ νόμῳ προβαίνει λοιπὸν μετὰ πολλῆς τῆς εὐκολίας».  Πίστευε δηλαδή ότι το σπουδαιότερο πράγμα στην αγωγή είναι «τὸ θεμέλιον θέσθαι καὶ τὴν κρηπίδα ὑποβαλεῖν».

Με αυτή τη βάση συνεχίζει ο γονέας την προσπάθεια σωστής αγωγής στη νεανική ηλικία. Ο Μέγας Βασίλειος επισημαίνει το «κούφον» της νεότητας και το «εὐκίνητον πρὸς τὰ φαῦλα», τονίζοντας ότι «σύντροφα τη νεότητι πάθη» είναι «ἐπιθυμίαι δυσκάθεκτοι, ὀργαὶ θηριώδεις, προπέτειαι, ὕβρεις, ὑπερηφανίαι καὶ φυσιώσεις», για να καταλήξει στη μεγάλη για την εποχή του, αλλά και για σήμερα διαπίστωση «Μυρίων κακῶν ἑσμὸς συνέζευκται τὴ νεότητι».

Οι Τρεις Ιεράρχες, στο πλαίσιο της αγωγής των νέων, έχουν προσδιορίσει και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ελέγχεται ένας νέος, καθ’ ότι πιστεύουν ότι ο τρόπος ελέγχου διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο στην αποτελεσματικότητα του ελέγχου. Προβάλλεται λοιπόν το βασικό στοιχείο ότι ο έλεγχος δεν πρέπει να γίνεται με θυμό και οργή, διότι απλούστατα δε φέρει καλό αποτέλεσμα. Και μάλιστα στο χριστιανικό χώρο και με τη γραφίδα του Μεγάλου Βασιλείου, πιστοποιείται ότι η παρατήρηση με θυμό όχι μόνο δεν ελευθερώνει το νέο από το σφάλμα του, αλλά οδηγεί σε σφάλματα και τον ελέγχοντα.

Επιπλέον είναι απαράδεκτη η χρήση ύβρεων κατά την άσκηση της παιδαγωγικής τέχνης. «Οὐ γὰρ ἔστιν οὐδὲν ὕβρεως ἀφορητότερον καὶ ὁ μάλιστα δύναται δάκνειν ἀνθρώπου ψυχήν» λέει ο Χρυσόστομος, δεδομένου ότι με την ύβρη «διπλὴ γίνεται ἡ πυρὰ». Το ίδιο ισχύει και για τη χρήση βίας. «Μὴ βίᾳ κατάρξειν, ἀλλὰ πειθοῖ προσάξεσθαι» λέει ο Γρηγόριος. Η βία απορρίπτεται και δε συνιστάται, διότι ο νέος είναι ελεύθερο ον, με προσωπικότητα και χρήζει της ανάλογης συμπεριφοράς και του προσήκοντος σεβασμού. Για τον Άγιο Γρηγόριο η καταλληλότερη οδός είναι η πειθώ, καθότι με αυτή ενεργοποιείται και λειτουργεί η προαίρεση του νέου και με αυτόν τον τρόπο άγεται ο νέος στην επίτευξη ενός θετικού, νόμιμου και ασφαλούς αποτελέσματος.

Επίσης αρνητικό στοιχείο αποτελεί η ολιγωρία και η αμέλεια των γονέων στην άμεση αντιμετώπιση και ορθή εκτίμηση των σφαλμάτων που έχουν διαπραχθεί. Είναι γνωστό ότι η μη καλλιεργούμενη, η «χερσούμενη» γη αποδίδει «ἀκάνθας». Το ίδιο συμβαίνει και στη νεότητα, όταν αμελείται και όταν δεν αφαιρείται εγκαίρως κάθε επικίνδυνο στοιχείο, το οποίο μολύνει την ψυχή και αλλοιώνει το χαρακτήρα. Ο Χρυσόστομος αναφέρει: «Οἱ γὰρ τῶν παίδων ἀμελοῦντες, κὰν τὰ ἄλλα ὦσιν ἐπιεικεῖς καὶ μέτριοι, διὰ ταύτην τὴν ἁμαρτίαν τὴν ἐσχάτην ὑποστήσονται δίκην», για να δείξει ότι κανένας λόγος, όσο σπουδαίος και αν είναι ,δεν πρέπει να περιθωριοποιεί την επιμέλεια των παιδιών, δεδομένου ότι τα παιδιά δεν περικλείονται μόνο στην οικογένεια, αλλά απαρτίζουν την Κοινωνία. Και η κατάσταση της κοινωνίας εξαρτάται από την ηθική κατάσταση των νέων. «Τοῦτο ἐστι, ὁ τὴν οἰκουμένη ἀνατρέπει πᾶσαν, ὅτι τῶν οἰκείων ἀμελοῦμεν παίδων».  

Αρνητικό στοιχείο επίσης στην αγωγή των νέων είναι το ελλιπές ενδιαφέρον ή η παντελής έλλειψη ενδιαφέροντος του πατέρα για την ορθή αγωγή του νέου και η απορρέουσα δεινή κοινωνική εξέλιξη αυτού με ποινικές ευθύνες και καταδίκες. Με την αδιαφορία μετατίθεται ο ρόλος του πατέρα στο δικαστή και επιπλέον οδηγεί το νέο στην αίθουσα του δικαστηρίου. Ο Χρυσόστομος λέει: «Καὶ μετὰ τῆς συμφορᾶς μείζων ἡ αἰσχύνη γίνεται, δακτυλοδεικτούντων ἁπάντων τὸν πατέρα» και καταδικάζει με την ελεγκτική του παρατήρηση τον πατέρα, καθώς του υπενθυμίζει ότι πατέρας δε γίνεται και δε θεωρείται κανείς μόνο με το ότι γέννησε το παιδί, αλλά και με το να το αγαπά και να το φροντίζει μετά τη γέννησή του. 

Η παιδαγωγική εμπειρία των Τριών Ιεραρχών διδάσκει ότι ο έλεγχος και η επιτίμηση έχουν ένα κακό μοναδικό σκοπό. Την ίαση της ψυχής του νέου  από ένα συγκεκριμένο σφάλμα. Η αντιμετώπιση του σφάλματος του νέου καλό είναι να γίνεται με λεπτό χειρισμό και κυρίαρχο στοιχείο την πατρική ευσπλαχνία και τον έμπειρο λόγο, ώστε και η επιτίμηση να γίνεται και η διόρθωση του σφάλματος να προσδοκάται. Πολλές φορές μάλιστα επιβάλλεται κατά τον ιερό Χρυσόστομο «νὰ προηγεῖται κάποιος ἔπαινος, ὥστε νὰ κατανοήσει ὁ νέος ὅτι δὲν ἀπορρίπτεται καθ΄ ὁλοκληρίαν, ἀλλὰ ὅτι ἀποδοκιμάζονται κάποιες ἀνεπίτρεπτες μόνο ἀντιδράσεις του». 

Ο Μέγας Βασίλειος μιλά για την παιδεία με την έννοια της παιδαγωγικής επιπληκτικής ενέργειας, σημειώνοντας ότι αυτή είναι «ἀγωγὴ ὠφέλιμος στὴν ψυχή, ἐπιπόνως πολλάκις τῶν ἀπὸ κακίας κηλίδων αὐτὴν ἐκκαθαίρουσα». Θεωρεί δηλαδή ότι ενίοτε είναι απαραίτητη μια επιπληκτική ενέργεια, καθότι αυτή η ίδια η ενέργεια, εάν γίνει στον κατάλληλο χρόνο και με τον αρμόζοντα τρόπο, κάνει το παιδί να επικεντρώσει τη σκέψη του και την προσοχή του στο τι έκανε, να συνδέσει αυτό με την τιμωρία και να λάβει απόφαση μα μην υποστεί άλλη φορά αυτή την ταλαιπωρία και ενδεχομένως κάποια στέρηση. Στην προκείμενη περίπτωση ο Μέγας Βασίλειος υιοθετεί εκείνο που λέγει ο Απόστολος Παύλος, ότι κάθε παιδαγωγία δεν είναι ευχάριστη και προκαλεί λύπη, όσο χρόνο διαρκεί η παίδευση, επιφέρει όμως καλό και ειρηνικό καρπό (Εβρ. 12,11) .

Το μεγαλείο της παιδαγωγικής ικανότητας και δεοντολογίας του μεγάλου πατρός, του ιερού Χρυσοστόμου, φαίνεται και από την ερμηνεία που δίνει στην Παύλεια συμβουλή: «Οἱ πατέρες μὴ παροργίζετε τὰ τέκνα ἡμῶν» (Εφεσ. 6,4). Με τη φράση αυτή αποδεικνύει ότι οι γονείς οφείλουν να συμπεριφέρονται στα παιδιά τους ως ελευθέρους ανθρώπους, χωρίς καταπιεστική διάθεση και όχι σαν να είναι «ἀποκληρονόμοι» ή «ἀποκήρυκτοι» ή «ἀνδράποδα».

Ο τρόπος αυτός αγωγής, μέσα στην οποία εντάσσεται και η επιπληκτική ενέργεια, πρέπει να είναι ήρεμος και ευχάριστος, καθώς μόνο έτσι τα διδασκόμενα εισέρχονται στην ψυχή του νέου και παραμένουν, διότι μόνο τότε και ο νέος αυτοβούλως καταβάλλει με ευχαρίστηση προσπάθεια στο να τα δεχθεί και να τα εφαρμόσει. Βία, ύβρεις, αδιαφορία, αμέλεια απορρίπτονται. Αντίθετα η κατανόηση, η συγκατάβαση, η αγάπη υποδεικνύονται, και μάλιστα η αγάπη, αυτή η θεία αρετή η οποία «καὶ τὸν θρασὺν ἐπιεικῆ καὶ τὸν ἀσελγῆ σώφρονα ποιεῖ». Η αγάπη όμως καλό είναι να συνδυάζεται με ένα άλλο προτέρημα του παιδαγωγού, την μακροθυμία.

Αυτή η επιθυμητή ενάρετη προσωπικότητα του παιδαγωγού έχει ένα στόχο: με την προσωπική του αρτιότητα και λαμπρότητα να αναχαιτίσει και να αξιοποιήσει τις ποικίλες ορμές της νεότητας, άλλοτε με το φόβο και άλλοτε με τη νουθεσία, θέτοντας αυτές υπό το φως της σωφροσύνης, με απώτερο σκοπό αυτή η ηλικία να δυνηθεί να διαφύγει τις άτοπες επιθυμίες και να εφαρμόσει σε κάθε περίπτωση τη δύναμη του «μέτρου». Ο ιερός Χρυσόστομος, ως μέγας κοινωνικός θεολόγος , σε μια φράση του περικλείει την κοινωνική του ευαισθησία απέναντι στον άνθρωπο της κοινωνίας, τονίζοντας ακριβώς ότι πρέπει να ζει μεν ως κοινωνικός άνθρωπος, αλλά  να αποφεύγει την αμετρία. Πιστεύει ότι οι νέοι πρέπει να γαλουχηθούν με τέτοιο τρόπο, ώστε όχι μόνο να διδαχθούν τα της ηλικίας τους, αλλά να γίνουν σώφρονες. «Καὶ γὰρ τὸ θαυμαστὸν» λέει «τοῦτο ἐστίν, ὅταν ἐν νεότητι σωφροσύνη λάμπῃ». Και ο Μέγας Βασίλειος, ο ουρανοφάντωρ παιδαγωγός, εκείνο το οποίο προσπαθεί να εμφυσήσει στο γονέα ή τον παιδαγωγό είναι ότι ο νέος πρέπει να υπερβαίνει την ηλικία του κατά τη φρόνηση.

Βεβαίως η αγωγή την ποία διδάσκουν οι Τρεις Ιεράρχες, δεν μπορεί παρά να είναι η Χριστιανική, με πρωταρχικό στοιχείο τη μη παραμέληση της αγωγής της ψυχής. Το σώμα θα τύχει εκ των πραγμάτων τη δέουσα φροντίδα, καθότι το ζητά και το απαιτεί η ίδια η φύση. Θεωρείται όμως παιδοκτόνος η αμέλεια της παράλληλης φροντίδας της αγωγής της ψυχής και μάλιστα με τις αρχές και τα νάματα της Χριστιανικής παιδαγωγικής.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος συνιστά στους γονείς ότι κύριο μέλημα τους πρέπει να είναι το πώς θα κληροδοτήσουν στα παιδιά τους ενάρετη ζωή και όχι π.χ. πλούτο, ο οποίος πολλές φορές ατονεί το ενδιαφέρον των παιδιών τους για προσωπική κοινωνική τους καταξίωση. Είναι γνωστό και από τη σύγχρονη κοινωνική εμπειρία ότι ο κληροδοτούμενος πλούτος, αν δεν περιέλθει σε χέρια ανθρώπου, που κόπιασε για να τον αποκτήσει και αν δεν εκτιμηθεί η αξία του, τότε ο πλούτος γίνεται όχι μόνο ανασταλτικός παράγοντας κάθε προσωπικής βελτίωσης και ανύψωσης, αλά και κακής χρήσης αυτού, δεδομένου ότι πολλές φορές χρησιμοποιείται για την κάλυψη διαφόρων κακών ενεργειών και πράξεων. Λέει ο ιερός Χρυσόστομος  «Ἂν μὲν γὰρ τῷ πλούτῳ θαρρῶσιν, οὐδενὸς ἐπιμελήσονται ἄλλου, ὡς ἔχοντες συσκιάσαι τὴν τῶν τρόπων κακίαν, ἀπὸ τῆς τῶν χρημάτων περιουσίας». Και για το Μέγα Βασίλειο, η παιδεία της ψυχής «πολλῶν χρημάτων ἐστὶ τοῖς ὀρθῶς λογιζομένοις τιμιωτέρα». 

Η αγωγή λοιπόν των νέων είναι ανάγκη να έχει στοιχεία αναφοράς στο Θεό για να φαίνεται και η υψηλή και ανεκτίμητη αξίας της, αλλά και αυτό που μιλά στις ψυχές τους και τις προσεγγίζει. Προβάλλεται λοιπόν ως απαραίτητο στοιχείο, παράλληλα με την ανάπτυξη της διάνοιας των παιδιών τους, το να μεριμνούν οι γονείς για τη χριστιανική τους υποδομή. Από αυτή τη μέριμνα και ενέργεια δεν ωφελείται ο Θεός, ο οποίος είναι ανενδεής, αλλά ο άνθρωπος και η Κοινωνία, καθόσον αυτή η προσέγγιση κοινωνικής και χριστιανικής αγωγής προλαμβάνει πολλές λυπηρές οικογενειακές και κοινωνικές καταστάσεις. Κατά το Χρυσόστομο είναι χρήσιμος για τους νέους ο Θείος λόγος, καθότι έτσι η μεν νεότητα βοηθείται να διατηρηθεί αβλαβής, ενώ συγχρόνως παρακινείται να αποδώσει περισσότερα από όσα πιθανόν κατά αυτήν προβλέπεται. Δύο ιστορικά παραδείγματα είναι ενδεικτικά αυτού: α) «..καὶ Δανιὴλ νέος ἦν, ἀλλὰ ἐφύλαττε τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ καὶ προφητικὸς χάριτος ἠξιώθη…»  λέει ο ιερός Χρυσόστομος και β) «Καὶ οἱ τρεῖς παῖδες νέοι ὄντες τὸ πῦρ τῇ πίστει καὶ τοῖς ἔργοις αὐτῶν εἰς ἐναντίαν φύσιν μετήγαγον». 

Ο Μέγας Βασίλειος μας δίνει πλήθος παραδειγμάτων από τη θύραθεν παιδεία, από όπου μπορούμε να αντλήσουμε παράλληλες σκέψεις για την αγωγή των νέων. Τα ποιήματα του Ησιόδου αποτελούν ύμνο στην αρετή και σαφή προτροπή προς τους νέους για αυτή, παρά το γεγονός ότι αυτή είναι «ἀνάντης ὁδὸς» και «τραχεία καὶ δύσβατος καὶ ἱδρῶτος συχνοῦ καὶ πόνου πλήρης». Και το παράδειγμα του Ηρακλή, ο οποίος μεταξύ αρετής και κακίας προτίμησε την πρώτη, την αρετή, της οποίας ο δρόμος έκρυβε πολλούς ιδρώτες και κινδύνους, αλλά είχε ως βραβείο το να γίνει Θεός όποιος τον ακολουθούσε. 

Για τη θεόσοφο σκέψη των αγίων αυτών Ιεραρχών ο κοινωνικός πλούτος της Καινής Διαθήκης θεωρείται παιδαγωγική κρηπίδα. Προτρέπουν λοιπόν να εφαρμόζουν οι γονείς την «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσία Κυρίου» (Εφεσ. 6,4) αγωγή, ώστε και τα τέκνα να μεγαλώνουν μέσα σε γονική αγάπη και φροντίδα, αλλά και οι γονείς να απολαύουν της τιμής των τέκνων. Ο Χρυσόστομος θεωρεί ως πραγματική παιδοτρόφο διδασκαλία τη διδασκαλία του Χριστού και λέει «χριστιανὸν αὐτὸν ποίησον».

 Τέλος αυτό που προβάλλεται έντονα από τους σοφούς Ιεράρχες είναι το πρόσωπο του παιδαγωγού και η παραδειγματική του θέση έναντι όσων διδάσκει. Κοινή είναι η παραδοχή στο κοινωνικό χώρο και δη στον τομέα της αγωγής των νέων ότι δεν διδάσκει τόσο ο λόγος, όσο το έργο, η πράξη. Ο Χριστός λέει: «ὃς δ’ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν» (Ματθ.5,19). Αυτή η ρήση του θεανθρώπου Διδασκάλου αποτελεί το γνώμονα ορθής διαπαιδαγώγησης και το μέτρο βαρύτητας λόγων και έργων στη διαπαιδαγώγηση.  Ο παιδαγωγός δεν έχει παρά να ακτινογραφήσει τον εαυτό του μέσα στο εργαστήριο των κατωτέρω λόγων Γρηγορίου του Θεολόγου: «καθαρθῆναι δεῖ πρώτον, εἶτα καθᾶραι, σοφισθῆναι καὶ οὕτω σοφίσαι, γενέσθαι φῶς καὶ φωτίσαι, ἐγγίσαι Θεῶ καὶ προσαγαγεῖν ἄλλους, ἁγιασθῆναι καὶ ἁγιάσαι, χειραγωγῆσαι μετὰ χειρῶν, συμβουλεῦσαι μετὰ συνέσεως».        

Η παιδαγώγηση χρειάζεται πρότυπο για να συγκινήσει, για να συνοδηγήσει και να καθοδηγήσει. Ο Μέγας Θεολόγος συνεχίζει:  «Ἄφωνον ἔργον κρεῖσσον ἀπράκτου λόγου». Η έννοια του προτύπου είναι παλαιά και θεόσδοτη. Ο ίδιος ο Χριστός τόνισε την έλλειψη αξίας, όταν υπάρχει διάσταση μεταξύ λόγων και έργων και ότι διδάσκει περισσότερο το παράδειγμα παρά ο λόγος.

Ο ιερός Χρυσόστομος σε μια ανεπανάληπτη και πάντοτε επίκαιρη παρατήρηση προς τους γέροντες παιδαγωγούς και θέλοντας να συγκρατήσει αυτούς στο ύψος της ηλικίας τους κατά το παιδαγωγικό τους έργο, όταν συμβουλεύουν τους νέους και συνιστούν να πράττουν τα της ηλικίας τους λέει: «Ὁ Θεὸς σὲ ἐτίμησε τῆ λευκότητι τῶν τριχῶν, ἔδωκε σοὶ προεδρίαν πολλήν. Τί προδίδως τὴν τιμήν;  Πῶς σὲ αἰδεσθήσεται ὁ νέος, ὅταν αὐτοῦ πλέον ἀσελγαίνης; Ἡ γὰρ πολιὰ τότε αἰδέσιμος, ὅταν τὰ τῆς πολιᾶς πράττη. Ὅταν δὲ νεωτερίζῃ, τῶν νέων καταγελαστότερος ἔσται. Πῶς οὖν δυνήσεσθε τῷ νέῳ ταῦτα παραινεῖν ὑμεῖς οἱ γέροντες μεθύοντες ὑπὸ τῆς ἀταξίας;»

Ο λόγος των Τριών Ιεραρχών στο πέρασμα των αιώνων είναι επίκαιρος και ζωντανός, ώστε να δροσίζει τις ψυχές και τις διάνοιες των ανθρώπων. Ο μεγάλος ιστορικός μας Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος έχει αποφανθεί κατά καιρούς και για τους Τρεις. Ο Γρηγόριος πρέπει να θεωρείται και λογοτέχνης του Χριστιανισμού. Ο Βασίλειος «ὑπῆρξε ὁ ἀληθὴς ἐπίσκοπος τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ φίλος τῶν πτωχῶν, ὁ πατὴρ τοῦ λαοῦ, ὁ ἀδιάσειστος ἐν τῇ πίστει καὶ ὁ ἀνεξάντλητος ἐν τῇ ἐλεημοσύνῃ». Ο Χρυσόστομος κρατεί «τὰ πρωτεῖα θρησκευτικῆς εὐγλωττίας δέκα καὶ πέντε αἰώνων».


Πηγή υλικού

Χαραλάμπους Γ. Σωτηροπούλου, Καθηγητού και Προέδρου του Τμήματος Θεολογίας της ΘΣΠΑ, Η Αγωγή των νέων κατά τους Τρεις Ιεράρχες, Περιοδικό Κοινωνία, έτος ΜΗ΄ Ιανουάριος – Μάρτιος 2005, Τεύχος 1, σ. 33-46


Επιλογή υλικού

Αικατερίνη Διαμαντοπούλου

Υπεύθυνη υλικού των Ιστοχώρων του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...