Κ.Σ.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ: Πριν από αρκετούς μήνες παρακολουθούσα στο διαδίκτυο μία συζήτηση σχετικώς με τα όσα βιώνουμε όλοι εμείς, οι οποίοι έχουμε διαφορετική από την νεοεποχίτικη οπτική και στάση απέναντι στο τοτέμ «πανδημία» και στο ιδιότυπο καθεστώς, που επιβλήθηκε για την «λατρεία» αυτής της «θεότητας». Ο σεβαστός ιερωμένος, ο οποίος συμμετείχε στην συζήτηση, σε κάποια αποστροφή του λόγου του είπε° τι κάνουν στο Άγιο Όρος; Μόνον προσεύχονται;
Με όλο τον σεβασμό μου στο πρόσωπο του ιερέως, αυτή ήταν μία, προφανώς εν τη ρύμη του λόγου, άστοχα διατυπωμένη ρητορική ερώτηση, γιατί όπως έχει πει ο αγ. Παίσιος: «Να μην ξεχνάτε ότι γίναμε μοναχοί για την σωτηρία της ψυχής μας και για να βοηθήσουμε τον κόσμο με την προσευχή. Να προσπαθήσουμε να γίνουμε καλοί μοναχοί, να κάνουμε κομποσχοίνι και μετάνοιες για τον εαυτό μας και για τον κόσμο, γιατί ο μοναχός με αυτά βοηθάει» ( αγ. Παϊσίου Αγιορείτου Λόγοι ς’ « Περί Προσευχής» κεφ. « Η ανάγκη για προσευχή», εκδ. Ιερό Ησυχαστήριο «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος» Σουρωτή Θεσσαλονίκης, 2012).Όμως, από τότε ένα ερώτημα κλωθογυρίζει στο νου εμού του κοσμικού ανθρώπου. Αρκεί η προσευχή ( το αυτόματο όπλο κατά του πατέρα του ψεύδους, παραφράζοντας ρήση του αγ. Παϊσίου) από «καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην», ώστε ο Θεός να μεταστρέψει το κακό σε καλό αλλά και να δώσει στον ταπεινά προσευχόμενο θάρρος και ανδρεία ομολογίας της πίστεώς του, σταθερής και αταλάντευτης και στις πιο δύσκολες και σκοτεινές συνθήκες που, κατά την Πρόνοια Του, μπορεί να υπάρξουν;
Ας διαβάσουμε το παρακάτω γεγονός που αναφέρεται στην Αγ. Γραφή και ίσως να δοθεί σε όλους και σε εμένα η απάντηση στο ερώτημα.
Στην Αλεξάνδρεια βασιλεύει ένας από τους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου° ο Πτολεμαίος Δ' ο Φιλοπάτωρ (240-211 π.Χ.), ο οποίος χαρακτηρίσθηκε από τους ιστορικούς ως μέθυσος και εγκληματίας. Οι «καλοθελητές» σύμβουλοι τού εισηγήθηκαν ένα σχέδιο εξόντωσης των Ιουδαίων της Αλεξάνδρειας, που ο ίδιος ο Φιλοπάτωρ το θεώρησε μάλλον διασκεδαστικό και αποτελεσματικό. Διέταξε λοιπόν να συγκεντρωθούν όλοι οι Ιουδαίοι της πόλης στον Ιππόδρομο και έδωσε εντολή να ποτίσουν ελέφαντες (κατ’ άλλους 500, κατ’ άλλους 73) με κρασί και να τους οδηγήσουν εκεί. Το σχέδιο ήταν οι μεθυσμένοι ελέφαντες μέσα στον Ιππόδρομο να ποδοπατήσουν το συνωστισμένο πλήθος των ανθρώπων και εάν κάποιος προσπαθούσε να δραπετεύσει, οι στρατιώτες αμέσως να τον εκτελούσαν.
Η πληροφορία διαδόθηκε αστραπιαία σε όλη την Αλεξάνδρεια. Οι Ιουδαίοι στοιβαγμένοι μέσα στο στάδιο, με την αγωνία και το φόβο ζωγραφισμένα στα πρόσωπά τους, έκλαιγαν γοερά για τον φριχτό θάνατο που πλησίαζε. Δεν υπήρχε γι’ αυτούς καμία δυνατότητα διαφυγής, καμιά ελπίδα σωτηρίας.
Ανάμεσά τους ήταν ο πρεσβύτης και ενάρετος ιερέας Ελεάζαρος, «ανήρ επίσημος των από της χώρας ιερέων, εν πρεσβείω την ηλικίαν ήδη λελογχώς και πάση τη κατά βίον αρετή κεκοσμημένος» (Γ' Μακ. ΣΤ' 1). Έχει τον φωτισμό του Θεού και καλεί τους συμπατριώτες του να προσευχηθούν όλοι μαζί και με κραυγή μεγάλη και φωνή ισχυρή να παρακαλέσουν τον Παντοδύναμο Θεό να τους σπλαχνισθεί.
«Βασιλεύ, Εσύ που έχεις μεγάλη ισχύ και δύναμη, Εσύ που εξουσιάζεις τα πάντα και κυβερνάς όλη την δημιουργία, Σε παρακαλούμε να επιβλέψεις με προσοχή και να ρίξεις το γεμάτο από οικτιρμούς και συμπάθεια βλέμμα σου σ’ εμάς τους απογόνους του Αβραάμ, σ’ εμάς που είμαστε παιδιά του εκλεκτού και αγιασμένου Ιακώβ και αποτελούμε τον λαό της εκλεκτής και αγιασμένης μερίδας σου. Αυτός ο λαός σου χάνεται και αφανίζεται αδίκως ως ξένος σε ξένη χώρα... Ελέησέ μας, διότι κινδυνεύουμε από την αστόχαστη, παράφρονα και αναίσθητη αυθάδεια και θρασύτητα παρανόμων ανθρώπων. Κινδυνεύουμε να πεθάνουμε σαν κακούργοι και προδότες» (Γ' Μακ. ΣΤ' 1-15).
Η κραυγή ικεσίας τού λαού, με προεξάρχοντα τον ιερέα Ελεάζαρο, έφθασε στο θρόνο του Θεού και εισακούσθηκε. Η απάντηση δεν άργησε να έλθει. Ο Θεός έστειλε δύο Αγγέλους, που έστρεψαν τους μεθυσμένους ελέφαντες προς τους στρατιώτες και προς τον βασιλέα και όχι προς τον Ιουδαϊκό λαό. «Ηνέωξε τας ουρανίους πύλας, εξ ών δεδοξασμένοι δύο φοβεροειδείς άγγελοι κατέβησαν... και αντέστησαν και την δύναμιν των υπεναντίων επλήρωσαν ταραχής και δειλίας... και απέστρεψαν τα θηρία επί τας συνεπομένας ενόπλους δυνάμεις και κατεπάτουν αυτάς καί ωλόθρευον» (Γ' Μακ. ΣΤ'18-21).
Συγχρόνως ο Θεός άλλαξε τις διαθέσεις του Πτολεμαίου Φιλοπάτορος. Ο θυμός και η δίψα για εκδίκηση μεταστράφηκε σε συμπάθεια και δάκρυα για όσα είχε επινοήσει και μεθοδεύσει προηγουμένως για την καταστροφή των Ιουδαίων. Όταν άκουσε την μεγάλη και ισχυρή φωνή του πλήθους, που συνωστιζόταν μέσα στον Ιππόδρομο, και όταν τους είδε να είναι πεσμένοι καταγής και να προσεύχονται, ενώ οι μεθυσμένοι ελέφαντες ήσαν έτοιμοι να τους ποδοπατήσουν και να τους λιώσουν, δάκρυσε ο σκληρός αυτός βασιλιάς. Οργίσθηκε εναντίον των συμβούλων και των αξιωματούχων του και όχι εναντίον του Ιουδαϊκού λαού, και αναποδογύρισε «η οργή εις οίκτον και δάκρυα» υπέρ των προγραμμένων αθώων Ιουδαίων (Γ' Μακ. ΣΤ' 22).
Θαύμα ολοφάνερο και μέγα ήταν αυτό. Αλλά το θαύμα αυτό, που αναφέρεται στην Αγία Γραφή μπορεί να συμβεί και στη δική μας σκληρή και ανελέητη εποχή.
Βλέπουμε σήμερα, αντί για μεθυσμένους ελέφαντες, άλλα όπλα μαζικής καταστροφής, «έξυπνα». Ιούς, μικρόβια, αρρώστιες υπαρκτές ή και ανύπαρκτες, ουσίες και σκευάσματα διά πάσαν νόσον, προπαγανδιστικά «ακραία» καιρικά και γεωλογικά φαινόμενα, αλλά ακόμη και εξωγήινους. Όπλα «πονηρά» όπως τεχνητή νοημοσύνη, ρομπότ, ψηφιακά πορτοφόλια, ταυτότητες, ψηφιακή ζωή, ψηφιακός άνθρωπος και, στο τέλος, «εικονική» ζωή-θάνατος. Όπλα αόρατα και γι’ αυτό επικινδυνέστερα κάθε άλλου, που στοχεύουν στην σκονισμένη και αραχνιασμένη από την αχρησία καρδιά του ανθρώπου και στον ακίνητο πια και σε ύπνωση νου του. Όπλα που επίγειοι εξουσιαστές ρίχνουν σαν άλλους μεθυσμένους ελέφαντες στην αρένα της γης για να ποδοπατήσουν και να λιώσουν τους εγκλωβισμένους, απελπισμένους και φοβισμένους ανθρώπους.
Και τώρα; Τι απομένει να κάνουμε εμείς οι πιστοί χριστιανοί; Να αδιαφορήσουμε και να αδρανήσουμε; Όχι. Ας παραδειγματισθούμε από την πίστη των ανθρώπων εκείνης της εποχής. Με την θερμή προσευχή έζησαν το θαύμα της διασώσεώς τους και την μεταστροφή του εγκληματία βασιλέα.
Και εμείς όλοι, κλήρος και λαός, να προσπέσουμε μπροστά στον θρόνο τού Παντοδύναμου Θεού, με βαθειά μετάνοια και με πνεύμα ταπεινοφροσύνης και συν-τριβής° να ικετεύσουμε θερμά τον πάνσοφο, πανάγαθο και παντοδύναμο Δημιουργό και Κυβερνήτη της ζωής μας. Γνωρίζει καλά Εκείνος να βρίσκει τρόπους και να διαλύει τα καταχθόνια σχέδια των ισχυρών της γης και να «αθετή βουλάς αρχόντων».
Ο Ιερός Χρυσόστομος στον Λόγο « Περί ανδρείας και ισχύος» ( σ.σ. Patrologia Greca τομ.LXIII, ΛΒ’) μας λέει: « Το να ομιλή κανείς με παρρησίαν συμβαίνει πολλάς φοράς και εις τον πρώτον τυχόντα° δια να κάμη όμως κανείς χρήσιν της παρρησίας του, όταν χρειάζεται και εις τον αρμόδιον καιρόν, με το επιβαλλόμενον μέτρον και με την επιβαλλομένην φρόνησιν, αυτό χρειάζεται ψυχήν πολύ μεγάλην και θαυμαστήν. Διότι ανδρείος είναι μόνον εκείνος, ο οποίος έχει μέσα του την ανδρείαν, έστω και αν ευρίσκεται εξηπλωμένος επί της κλίνης° όπως και εκείνος, ο οποίος δεν έχει έμφυτον την ανδρείαν, και αν ξεριζώνη όρη με την σωματικήν του δύναμιν, εγώ δεν θα έλεγα ότι είναι ισχυρότερος από ένα κοράσιον ή μίαν δυστυχισμένην γερόντισσαν. Διότι εκείνος μεν, ο οποίος έχει την γενναιότητα έμφυτον, αγωνίζεται εναντίον των ασωμάτων κακών, ενώ αυτός ούτε να τα κοιτάξη δεν τολμά.
Θέλεις λοιπόν να πληροφορηθής, ότι τίποτε δεν είναι ισχυρότερον, από εκείνον ο οποίος φρουρείται από την συμμαχίαν του Θεού, και ότι τίποτε δεν είναι ασθενέστερον από εκείνον ο οποίος είναι έρημος από την θείαν βοήθειαν, και αν ακόμη τον φρουρούν αμέτρητα στρατεύματα;
Ο Γολιάθ, αφού μετεχειρίσθη πολλήν καυχησιολογίαν, έτρεχε βιαστικός εναντίον του Δαβίδ και εκίνει την πανοπλίαν του και επρότεινε τα όπλα του εναντίον του. Αλλ’ ο μεν Γολιάθ ήρχιζε την μάχην, έχων πεποίθησιν εις την δύναμιν των όπλων του° ενώ ο Δαβίδ, αφού ωπλίσθη με την πίστιν και με την συμμαχίαν τού Θεού, πρώτον μεν εταπείνωσε δια των λόγων την υπερηφάνειαν του αλλοφύλλου: Συ έρχεσαι εναντίον μου ωπλισμένος με ξίφος και με δόρυ και με ασπίδα, ενώ εγώ έρχομαι εναντίον σου εν ονόματι Κυρίου του Θεού τού Ισραήλ (Α΄Βασ. ιζ’ 45). Ακολούθως, με μια πέτρα ο Δαβίδ κτύπησε τον Γολιάθ στο μέτωπο (σ.σ.) τον έρριψε καταγής επήρε το ξίφος του και με αυτό έκοψε την κεφαλήν του και έδωσε τέλος εις τον πόλεμον. Ο μεν Δαβίδ είχε βοηθόν την συμμαχίαν του Θεού, ενώ ο Γολιάθ, έρημος από την θείαν βοήθειαν, έγινε υποχείριος του Δαβίδ» ( Εκλογαί και Απανθίσματα αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου, Λόγος ΛΑ’, υπό Βίκτωρος Ματθαίου, μοναχού, εκδ. γ’ 1973).
Κ.Σ.






Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου