
Από χειλέων λόγους σου, ποίους προσοίσω Λόγε;
Όμματα πώς πετάσω δε προς ουρανού το ύψος;
Όλος εξ έργων βόρβορος° όλος υπάρχων ρύπος;
Βαρώ γην οίδα Δέσποτα°μιαίνω τον αέρα.
Και πως ου χάσμα κάτωθεν, πως ου σκηπτός εξ ύψους°
Σής τούτο πάντως ανοχής° σής ανεξικακίας.
Γνώμης εμής στρεβλότητα, ψυχής φιληδονίας.
Ου φθάσει άστρων αριθμός ουδέ θαλάσσης ψάμμος.
Όθεν αυτοκατάκριτος ειμί και προ της δίκης.
Δεινά τα κολαστήρια της εκείσε ημέρας,
Αλλ’ εμών ουκ αντάξια δοκώ πλημμελημάτων
Διό μου Σώτερ δέδοικα, και τρέμω προ του τέλους.
Εγώ σε Σώτερ τοις εχθροίς προδέδωκα δολίως,
Εγώ σε τον φιλάνθρωπον εσταύρωσα Δεσπότην.
Αγνωμονέστερος εις σε φανείς και του Ιούδα.
Ζωής το θέρος ήγγικε, λευκαίνει γαρ η χώρα,
Και θάνατος το δρέπανον ήδη προετοιμάζει.
Σύ δε τί πράξεις άσωτε ψυχή μή μεταγνούσα;
Ημέρας άς ηνάλωσα° αίς κακώς εχρησάμην,
Ουδείς αντισηκώσει μοι, του πάλιν επιστρέψαι°
Διό μοι ποίαι νυν πηγαί, αρκέσουσι δακρύων;
Θεού μηδέποτε μνησθείς° μηδέποτε φροντίσας,
Τί των κτηνών απέοικα; τί διαφέρω τούτων;
Πώς ού παραδοθήσομαι πυρί τω αιωνίω;
Ιδείν ουκ άξιός ειμι Δέσποτα πρόσωπόν σου,
Αλλά ζοφώδης άθλιος όξομαι φευ! ιδέας
Αί με και συναντήσουσι, και παραλήψονταί με.
Κολάσεις τας μενούσας με, ψυχή προανατύπου°
Και θρήνει σου τα σφάλματα, και κλαίε καθ’ ημέραν,
Εί βούλει μετά θάνατον ευρείν παραμυθίαν.
Ληστήν, τελώνην, άσωτον σωθέντα, Σώτερ οίδα°
Πλην προς εμήν αμύθητον πληθύν πλημμελημάτων,
Ουδέν ούτοι παρώργισαν τα πατρικά σου σπλάγχνα°
Μηδείς εξαπατάτω σε μηδείς παραμυθείσθω,
Ψυχή, το πυρ ού σβέννυται° ο σκώληξ ού κοιμάται,
Την σήν απεκδεχόμενα πικράν αποδημίαν°
Νυν εμαί πράξεις άτοποι° νυν εμών κακών πλήθη,
Την ταπεινήν καρδίαν μου τιτρώσκουσιν ως βέλη°
Και τί ποιήσω προς δυσμάς φθάσας ήδη του βίου;
Ξένη ψυχή και πάροικε του πλάνου κόσμου τούτου,
Τί τοις ρευστοίς προστέτηκας; τί κέχηνας προς ταύτα;
Πώς άπληστε τα μόνιμα μάλλον ουχ ηρετίσω;
Όταν εμών προς πέλαγος πονηρών έργων ίδω,
Ευθύς απογινώσκω μου Χριστέ της σωτηρίας,
Αλλ’ άβυσσος χρηστότητος της σής ψυχαγωγεί με.
Πολύ σου το φιλάνθρωπον φιλάγαθε των σπλάγχνων,
Και σώζεις επιστρέφοντας τούτο με πόρνη πείθει.
Αλλ’ εγώ και μετάνοιαν αιτώ πρό του ελέους°
Ρυσθήναί με κολάσεως° ρυσθήναι καταδίκης,
Ού τολμώ σοι προσεύξομαι τω γνώστη των κρυφίων,
Αλλά τι και φιλάνθρωπον εκεί παραμιγήναι.
Σύ με Σωτήρ ράβδω παίδευσον° σύ με μάστιγι πλήξον°
Σύ και ρομφαία πάταξον° σύ και πυρί με φλέξον°
Μόνον μή κερδησάτω με όφις ο ψυχοφθόρος.
Τα δι' εμέ σου σφάγια τον πάλαι πλανηθέντα,
Εύσπλαγχνε δυσωπούμενος, άπερ εκών ηνέσχου,
Έτι μοι μακροθύμησον° έτι δός προθεσμίαν.
Υιόν με σύ κατέστησας° υιόν και κληρονόμον°
Εγώ δε δούλος γέγονα πονηρός αποστάτης,
Και δόξης ής εξέπεσα νυν έγνων την ζημίαν.
Φωνής εκείνης Δέσποτα, φωνής της απευκταίας,
Ακούσαι μή μοι γένοιτο εις πυρ αποπεμπούσης;
Ής εγώ μόνος άξιος τοσαύτα σέ λυπήσας,
Χειρών ειμί σών ποίημα, και χαρακτήρ μορφής σου,
Κάν ηδονών εις βόρβορον κείμαι συγκεχωσμένος,
Αλλ’ επιστάς επίστρεψον, μή όψιν αποστρέψης°
Ψυχή κάν νυν γρηγόρησον° η κρίσις ού νυστάζει°
Αλλ’ ώσπερ κλέπτης εν νυκτί αθρόον επιστή σοι,
Ευθύς εις πυρ εκπέμπουσα το φοβερόν εκείνο.
Ω πάσης αγαθότητος επέκεινα Θεέ μου,
Και ποιητά και πλάστα μου και ανακαινιστά μου
Μή συγχωρήσης έκδοτον δαίμοσί με δοθήναι.
(Γυμνάσματα Πνευματικά, οσίου Νικοδήμου του Αγιορείτου,εκδ.Βασ. Ρηγοπούλου, 1971).
Κ.Σ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου