Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

«Νά ἀγκαλιάσουμε τήν προσευχή, νά τήν κάνουμε ἐγκόλπιο στήν καρδιά μας. Τότε θά βλέπουμε πῶς πολεμάει ὁ διάβολος καί πῶς βοηθάει ὁ Χριστός»



Διδαχές τῆς ἀείμνηστης Γερόντισσας Μακρίνας
26 Δεκεμβρίου 1987

Τό μεγαλύτερο δῶρο στόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ προσοχή καί μετά εἶναι ἡ προσευχή. Ὅταν ἔχουμε τήν προσοχή, τότε θά ἔχουμε καί τήν προσευχή. Ὅταν ὁ νοῦς μας βρίσκεται συνεχῶς στά οὐράνια, ἑτοιμάζουμε τό θρόνο τῆς καρδιᾶς μας καί τό στόμα μας τό ἔχουμε ἐκκλησία, τότε νά ἰδῆτε τί θά αἰσθάνεται ἡ καρδιά μας! Γι᾿ αὐτό πρέπει νά προσέχουμε· ὁ Θεός μᾶς ἔδωσε τό στόμα νά Τόν ὑμνολογοῦμε ἀκαταπαύστως καί νά Τόν δοξολογοῦμε καί νά μή βγαίνη ἀπό τό στόμα μας ρυπαρός λόγος, ἀργολογία, ἀερολογία, γέλωτας κλπ. Ὅταν τρῶμε συνεχῶς μία καραμέλλα, τί γλύκα αἰσθανόμαστε! Ὅταν ἔχουμε ἀδιάλειπτα τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ στό στόμα μας, τί θά αἰσθάνεται ἡ καρδιά μας! 

Γι᾿ αὐτό λοιπόν κι ἐμεῖς πρέπει νά προσπαθοῦμε νά ἔχουμε συνεχῶς τήν Χάρι στήν καρδιά μας. Ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος λέει ὅτι ὁ μοναχός πρέπει ἀπό ἐδῶ στή γῆ νά αἰσθανθῆ τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ.Πρέπει δηλαδή, νά αἰσθανθοῦμε τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ, τήν γλυκύτητα, τήν εὐωδία, τήν μακαριότητα, τήν ἀλλοίωσι τῆς Θείας Χάριτος. Βλέπεις λοιπόν μετά τά δάκρυα νά πέφτουν σάν βροχή, χωρίς νά τό θέλη κανείς. Καί εἶναι τόσο γλυκά, τόσο καυτά, τόσο μεγαλεῖο ἔχουν πού δέν μπορεῖ ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου νά τό συλλάβη, καί ἡ ψυχή εὐφραίνεται. Ἡ Θεία Χάρις δίνει ἕνα μεγαλεῖο πού δέν μοιάζει μέ τήν χαρά πού δίνουν τά πλούτη καί τά μεγαλεῖα τοῦ κόσμου. Τόσο ὡραία εἶναι ἡ ζωή μας, τόσο ἀγγελική! 

Στήν ἐκκλησία πού πηγαίνουμε, λένε ὅτι περισσότεροι εἶναι οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι ἀπό τήν ἀναπνοή μας. Σκεφθῆτε τήν ὥρα τοῦ Θείου Μυστηρίου τί γίνεται μέσα στήν ἐκκλησία. Γι᾿ αὐτό πρέπει ὁ ἄνθωπος νά μένη ἀκίνητος καί νά ἔχη τό νοῦ του γονατισμένο στά πόδια τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Παναγίας καί νά λέη μέ πολλή προσοχή τά λόγια τῆς «εὐχούλας»: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», ὥστε νά τά αἰσθάνεται. Καί ἔτσι θά ἔρθουν πνευματικές καταστάσεις. Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ κάνει τόν ἄνθρωπο νά λέη: «Ποιόν θά πάρω; Ποιόν θά γευθῶ τώρα; Πῶς θά στολίσω τό θρόνο τῆς ψυχῆς μου;». Ἐάν, ὅταν περιμένουμε ἕνα ἐπίσημο ἄνθρωπο, φροντίζουμε νά στολίσουμε τό σπίτι μας μέ τά διαμαντένια μας, τά χρυσά μας, τά βελουδένια μας, τότε, ὅταν θέλουμε νά κοινωνήσουμε, πῶς πρέπει νά πλησιάσουμε στό Θεῖο Μυστήριο γιά νά δεχθοῦμε τόν Χριστό μας;

Ὁ πνευματικός ἄνθρωπος αἰσθάνεται τόν Παράδεισο καί ἐδῶ καί στόν οὐρανό. Ὅταν ἔχουμε τόν νοῦ μας συνεχῶς ἀνατεταμένο στόν Θεό, βλέπουμε π.χ. τά δένδρα καί τά βλέπουμε μέ χρυσά φύλλα, καθώς καί τά λουλούδια. Βλέπουμε τά σπίτια καί μᾶς φαίνονται οὐράνια. Ὅ,τι νά ἀντικρύση ὁ ἄνρωπος, θά τά βλέπη ὅλα οὐράνια. Γι᾿ αὐτό κανείς, ὅταν ἀγαπάη πολύ τόν Θεό γίνεται ἕνας μικρός Χριστός. «Ἐγώ εἶπα, θεοί ἐστε1» καί «Ἅγιοι γίνεσθε2». Ὁ Χριστός μας εἶναι ζηλιάρης, «Θεός ζηλωτής3», δέν θέλει νά εἶναι μοιρασμένη ἡ καρδιά μας, νά τήν ἔχουμε δώσει δεξιά καί ἀριστερά, ἀλλά νά εἶναι ὁλοκληρωτικά δοσμένη σ᾿ Ἐκεῖνον.

Ἕνας Γέροντας στό Ἅγιον Ὄρος εἶχε ἕνα πουλάκι πού τό ἀγαποῦσε πολύ· εἶχε κι ἕνα γάτο. Μιά μέρα πού ἤθελε νά ἀπομακρυνθῆ γιά προσευχή, φεύγοντας εἶπε στό γάτο:
«Πρόσεξε, τώρα πού θά λείπω, μή φᾶς τό πουλάκι! Νά ξέρης, θά σοῦ βάλω μεγάλο κανόνα».

Ὅταν γύρισε ἀπό τήν προσευχή του, ἄκουσε τό γάτο πού νιαούριζε. «Ὁπωσδήποτε κάποια δουλειά θά μοῦ ἔκανε», λέει. Μπαίνοντας μέσα κοιτάζει δεξιά-ἀριστερά, τό πουλάκι ἔλειπε· καί ἀκούει μιά εντονη φωνή στό νοῦ του:

«Ἐγώ ἔβαλα τό γάτο νά φάη τό πουλάκι, γιατί τήν ἀγάπη σου τήν εἶχες μοιρασμένη· θέλω νά εἶναι ὁλόκληρη ἡ ἀγάπη σου πρός Ἐμέ».

Γι᾿ αὐτό λέμε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ζηλιάρης. Κι ὅταν Τόν ἀγαποῦμε πολύ-πολύ, θά δῆς, θά μᾶς στολίση· θά δῆς νοερῶς τήν ψυχή νά φθάνη σέ μιά θεωρία πού ὀ Ἄγγελος κρατάει τά ἐνδύματα τῆς μοναχῆς, ὁ δέ Χριστός ἀρχίζει καί τῆς φοράει τά σανδάλια, τή ζώνη, τό στέμμα· καί κοιτάει ὁ Χριστός τί ὡραιότερο πρᾶγμα ἔχει νά τήν ἐνδύση τήν ψυχή, νά τήν στολίση. Σκεφτῆτε ἕνας ἐπίγειος νυμφίος τί δωρίζει στή μνηστή του· καί δαχτυλίδια καί τό ἕνα καί τό ἄλλο.

Γιά σκεφθῆτε ὁ οὐράνιος Νυμφίος τί μπορεῖ νά δωρίση στή νύμφη Του! Σκεφθῆτε τί χαρά γίνεται στόν οὐρανό καί πόσο χαίρεται ὁ Νυμφίος τή νύμφη Του.
Ἀλλά αὐτά τά πράγματα θέλουν συγκέντρωσι, γιατί ὁ νοῦς μας διασκορπίζεται στά ἐπίγεια. Γι᾿ αὐτό, ὅσο συγκεντρώνουμε τή διάνοιά μας στά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, ἀρχίζει σιγά-σιγά ἡ ψυχή νά τά βλέπη· κι ὅταν νοιώση τόν Χριστό μέσα στήν καρδιά, δέν θέλει οὔτε νά ζήση οὔτε τίποτε. Ζητάει ἕνα σκοτεινό μέρος νά κλειστῆ μέσα καί νά θρηνῆ. Τόσο οὐράνια πράγματα δίνει ὁ Χριστός! Τόση ὀμορφιά θά ἔχει, τόση ἀγαλλίασι, πού ἄλλοτε θά λέη, 
«τίς δώσει μοι πτέρυγας ὡσεί περιστερᾶς καί πετασθήσομαι καί καταπαύσω;», ἐνῶ ἄλλοτε, ἀπό τή Θεία Χάρι πού αἰσθάνεται, θά θέλη νά ἔχη χρόνια μπροστά, γιά νά ἐργαστῆ τόν Θεό, ὅσο τό δυνατόν περισσότερο.

Φορέσαμε τά μαῦρα,γιά νά σκεφτώμαστε ὅτι αὐτά εἶναι ὁ τάφος μας, εἶναι καί ὁ θησαυρός μας. Δέν φορᾶμε ἄλλα ροῦχα, γιά νά ἔχουμε τήν ταπείνωσι στήν καρδιά μας καί γιά νά βλέπουμε μόνο τόν ἑαυτό μας καί τό λογισμό μας.

Εἴπαμε, τρία πράγματα χρειάζονται: τό νοῦ μας νά τόν ἔχουμε στόν οὐρανό,τήν καρδιά μας νά τήν ἔχουμε θρόνο Θεοῦ καί τό στόμα μας ἐκκλησία.Γιά νά ἔρθουν αὐτά τά οὐράνια μεγαλεῖα, θά πρέπει νά ἔχει κανείς πολή αὐταπάρνησι, νά ἔχη εἰλικρινῆ ἀγάπη, ὄχι ψεύτικη, διότι τήν ψεύτικη ἀγάπη τήν ξερνάει ὁ Θεός.

Τό κελλί σας θά εἶναι παλαίστρα σας. Καί τό λεπτό ἀκόμη νά τό ἐκμεταλλεύεστε, νά βαδίζετε μέ τήν ὥρα, μέ τό λεπτό, κομποσχοινάκια πιό πολλά, μετανίτσες πιό πολλές, ἀνάγνωσι περισσότερη. Νά ἀποφεύγετε τήν ἀργολογία, διότι μέ τήν ἀργολογία χάνει ὁ ἄνθρωπος, σβήνει τό μεγαλεῖο ἀπό τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου. Καί ἕνα κόμπο ἀκόμη ἄν ἔχουμε παραπάνω, κι αὐτόν μᾶς τόν γράφει ὁ Ἄγγελος. Ἕνα κομποσχοινάκι, ἕνα καλό λογισμό νά τόν βάλλουμε στήν ἄκρη. Ὅλα αὐτά ὁ Χριστός μᾶς τά ἀποταμιεύει κι, ὅταν θἀρθῆ ἡ ὥρα μας νά φύγουμε γιά τήν ἄλλη ζωή, τά παίρνουμε καί πᾶμε στόν Χριστό. 

Ἔτσι ἑτοιμάζεις τίς ἀποσκευές σου καί, ὅταν ἔρχεται ἡ ὥρα γιά νά φύγης, ἔχεις τίς βαλίτσες σου ἕτοιμες, τίς φορτώνεσαι χωρίς κόπο καί μόχθο καί περνᾶς ἀνεμποδίστως τά τελώνια. Νά μή φεύγη ὁ νοῦς μας ἀπό τήν μνήμη τοῦ Θεοῦ οὔτε δευτερόλεπτο. Ἡ ὥρα τοῦ θανάτου εἶναι πολύ δύσκολη. Ἐκείνη τήν ὥρα τρέχουν οἱ Ἄγγελοι νά πάρουν τήν ψυχή, τρέχουν καί οἱ δαίμονες μέ τά χειρόγραφα καί γίνεται πόλεμος, γίνεται μάχη. Παρουσιάζει ὁ Ἄγγελός μας τά δικά του χειρόγραφα, λέει:

«Ἔχει ἐξομολογηθῆ, ἔχει τόσες ἀρετές, ἔχει ἐκεῖνο, ἔχει τό ἄλλο».
Πηγαίνει καί ὁ δαίμονας μέ τά δικά του καί ἀνάλογα παίρνουν τήν ψυχή ἤ οἱ Ἄγγελοι ἤ οἱ δαίμονες. Μιά ἀδελφή δυσκολεύτηκε, γιατί ἕνα βράδυ δέν εἶπε τούς Χαιρετισμούς τῆς Παναγίας. Σκεφθῆτε! Ἡ ἀδελφή Βρυαίνη, ὅταν κόντευε νά πεθάνη, ἀνακάθησε στό κρεββάτι καί ἐμεῖς τῆς κρατούσαμε τήν πλάτη κι ἔλεγε:

Δέν ἔχω λόγους νά εὐχαριστήσω τό μεγάλο μου ἀδελφό.
Ποιός εἶναι; Τί σοῦ ἔκανε; Τή ρωτάω.
Εἶναι ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαήλ. Πολύ μέ βοήθησε, πάρα πολύ. Δέν ἔχω λόγους νά εὐχαριστήσω καί τό μικρό μου ἀδελφό.
Ποιός εἶναι ὁ μικρός σου ἀδελφός;

Ὁ φύλακας Ἄγγελος τῆς ψυχῆς μου. Δέν ἔχω λόγους νά εὐχαριστήσω τό Γέροντά μου δέν ἔχω λόγους νά εὐχαριστήσω τή Γερόντισσά μου. Ἕνα πρᾶγμα μόνο δέν βλέπω μπροστά μου, Γερόντισσα· πού δέν μ᾿ ἄφηνες νά πλένω τά πιάτα.Ἐπειδή ἦταν ἀσθενής, δέν τήν ἄφηνα. Ὅλες οἱ ἐργασίες πού ἔκανε, περάσαν ἀπό μπροστά της καί ἦταν ὅλες διαμαντένιες. Μετά λέει:

Πές στίς ἀδελφές νά μή ὀκνεύουν, γιατί ἡ ὀκνηρία εἶναι τό μεγαλύτερο θανάσιμο ἁμάρτημα.
Ὅλα, ὅ,τι κάνει κανείς, ὅλα τά βλέπει μπροστά του διαμαντένια. Ὅ,τι ἐργάζεται κανείς στό Μοναστήρι δέν πάει χαμένο, ὁ Θεός ὅλα τά πληρώνει. Ὅσο κοπιάζει κανείς περισσότερο, ἄλλο τόσο παίρνει Χάρι. Εἶχε πολλή ἀγάπη ἡ ἀδελφή Βρυαίνη στό φύλακα Ἄγγελο τῆς ψυχῆς, πολλή ἀγάπη στόν Ἀρχάγγελο Μιχαήλ καί τήν Παναγία. Μᾶς εἶπε πολλά πράγματα καί τελείωσε μέ τό «Ἰησοῦ! Ἰησοῦ!!!!!». Ὅλες οἱ νοσοκόμες ἔλεγαν πώς, «τέτοιο θάνατο δέν εἴδαμε μέχρι τώρα».

Νά προσέχουμε, νά μή κάνουμε συγκαταθέσεις μέ τό λογισμό μας, π.χ. πειράχτηκε ὁ λογισμός μας μέ κάποιο πρᾶγμα, νά μή τό διατηροῦμε στή διάνοιά μας, ἀμέσως νά φεύγη. Ὅταν δέν τό προλαβαίνουμε τό κακό, ὑψώνεται ἕνα τεῖχος καί δέν μπορρεῖ νά ἀνατείλη ὁ ἥλιος, νἀρθῆ ἡ Θεία Χάρις στήν ψυχή μας. Γι᾿ αὐτό νά προσέχουμε τά καθήκοντά μας· νά δουλεύουμε τόν Θεό μέ τό λεπτό, μέ τό ρολόι. Τότε ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται στήν ψυχή του μία γαλήνη, μιά πραότητα, μιά εἰρήνη κι ἔχει ἀγαθούς λογισμούς. Νά μή ἀφήνουμε τό καθῆκον τῆς ἡμέρας, νά τά τελειώνουμε ὅλα, ὅλα στήν ὥρα μας καί νά εἴμαστε ἐν τάξει στό Τυπικό τῆς Μονῆς.

Ἦρθε ἡ ὥρα νά σηκωθοῦμε; Νά σηκωνώμαστε.

Ἦρθε ἡ ὥρα γιά τήν Ἐνάτη; Νά πᾶμε.

Ἄν λείπαμε ἀπό τήν Ἀκολουθία, χωρίς εὐλογία τοῦ Προεστῶτος, αὐτά τά κομποσχοίνια πρέπει νά τά συμπληρώσουμε, νά μή τά ἀφήσουμε.

Ἦρθε ἡ ὥρα τοῦ Ἑσπερινοῦ; Νά πᾶμε.

Ἦρθε ἡ ὥρα τῆς Παρακλήσεως; Νά πᾶμε.

Ἦρθε ἡ ὥρα γιά τήν Τράπεζα; Νά πᾶμε.

Τήν ψυχούλα μας νά τήν ἔχουμε δεμένη μ᾿ ἕνα λουράκι ἀπό τή μέση.

Πάει νά πέση στό γκρεμό; Τράβηγμα.

Πάει νά πέση στή λίμνη, νά σκουντουφλήση; Τράβηγμα.

Πρέπει ὁ νοῦς νά εἶναι συνεχῶς πολυόμματος. Εἶναι ἕνα τάγμα Ἀγγέλων πού λέγεται πολυόμματα, δηλαδή τά Χερουβείμ, πού χωρίς νά μιλήση ὁ Θεός, καί μόνο μέ τό νεῦμα Του σπεύδουν. Γι᾿ αὐτό κι ἐμεῖς οἱ μοναχοί πρέπει νά εἴμαστε πολυόμματα.



Ἡ μνήμη τοῦ Θανάτου δέν πρέπει νά λείπη ἀπό τή διάνοιά μας. Νά σκεφτώμαστε πῶς θά φύγουμε, πῶς θά περάσουμε τά τελώνια! Ἐάν ἕνα ὅσιο Μᾶρκο τόν ἐμπόδισαν μία ὥρα τά δαιμόνια, πού ἔζησε ὀγδόντα χρόνια στήν ἔρημο, ἐμᾶς τί θά μᾶς κάνουν; Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος παρακαλοῦσε τόν Θεό νά πεθάνη τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, γιατί τότε ὅλα τά δαιμόνια εἶναι σκυμμένα κάτω4, γιά νά μή ἰδῆ τίς μορφές των, γιατί καί οἱ μορφές τους εἶναι φοβερές τήν ὥρα τοῦ θανάτου.

Ἡ ἐλεημοσύνη μετράει πολύ, γι᾿ αὐτό πρέπει ὅ,τι μπορεῖ νά δίνη τό Μοναστήρι. Δίχως «εὐλογία» νά μή φεύγη κανένας ἄνθρωπος ἀπό τή Μονη. Μά ἕνα κομματάκι θά δώσης, μά ἕνα πραγματάκι, βάλ᾿ το στό σακκουλάκι καί δῶσ᾿ το· ποτέ νά μή ρωτήσης τόν προσκυνητή ἄν ἔφαγε. Ἔτσι ἔρχεται πολλή εὐλογία καί Χάρις στή Μονή.

Ἐκεῖνο πού πρέπει πιό πολύ νά προσέχουμε, εἶναι νά μή ἔχουμε μεμψιμοιρία. Ὁ ἄνθρωπος, μόλις σηκωθῆ τό πρωΐ, πρέπει νά ὁπλισθῆ, νά βάλη τή σιδερένια περικεφαλαία, νά φορέση τό σιδερενιο θώρακα καί τά σιδερένια παπούτσια, νά πάρη τό ὅπλο του καί νά ξεκινήση νά ἀντιμετωπίση τό ἄλφα, τό βῆτα. Γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ θά κάνουμε ὅ,τι μποροῦμε. Θά μᾶς ὑβρίσουν; Ὅ,τι καί νά μᾶς ποῦν, ἐμεῖς ἀπαντᾶμε, «νἆναι εὐλογημένο» καί «εὐλόγησον». Αὐτή ἡ ἀνεξικακία θά μᾶς βοηθήση πάρα πολύ στήν ὥρα τοῦ θανάτου. Τίποτε νά μή κρατᾶμε μέσα μας, νά μή ὑπάρχη μῶμος. 

Σ᾿ ὅλο τόν κόσμο νά δείχνουμε ἀγάπη, ὅσο τό δυνατόν ἀνεξικακία. Αὐτό θά βοηθήση καί θά μιλήση τόσο πολύ στίς ψυχές μας· εἶναι πανέτοιμη κάθε στιγμή, φεύγει καί πάει στόν Χριστό, πάει στά σκηνώματα τῶν Ἁγίων, τῶν Ἀγγέλων, τῶν Ἀρχαγγέλων. Τώρα πού ἔχετε νειᾶτα καί μπορεῖτε, μετάνοιες· ὅσες περισσότερες μετάνοιες κάνετε, τόσο μεγαλύτερη χαρά θά ἔχετε. Ὁ π. Ἀρσένιος μέ τόν παππού Ἰωσήφ ἔκαναν τήν ἡμέρα τρεῖς χιλιάδες μετάνοιες κι ὅταν δέν μποροῦσαν πιά, γιά νά μή φύγουν ἀπό τό σκοπό τους, πήγαιναν καί ἀκουμποῦσαν σ᾿ ἕνα βραχάκι καί ἔκαναν τίς μετάνοιες «σταυρωτά», δηλαδή μικρές μετάνοιες μέ σταυρούς.

 Ὅταν ὁ ἄνθρωπος κάνη μετάνοιες, ἡ ψυχή του λαβαίνει πολλή Χάρι ἀπό τόν Θεό. Ἐμεῖς παλαιότερα κάναμε πεντακόσιες καί χίλιες μετάνοιες. Ἀγαποῦσα πολύ τίς μετάνοιες καί βρῆκα πάρα πολλή Χάρι. Μία βραδυά, σ᾿ ἕνα παρεκκλήσι πού πήγαμε γιά ὁλονύκτιο ἀγρυπνία, ἀπό τίς ἐννιά πού ἄρχισε ὡς τίς πέντε πού τελείωσε, ἔκανα συνέχεια μετάνοιες καί δέν κουράστηκα καθόλου. Χαρά σ᾿ ἐκεῖνον πού ἔχει δυνάμεις καί κάνει πολλές μετάνοιες.

Ἐμεῖς, σκεφτῆτε, τί μεγάλη συνοδία ἔχουμε στόν οὐρανό καί μᾶς εὔχονται! Εἶναι ὁ παππούς Ἰωσήφ μέ τή συνοδία του. Εἶναι ὁ μακαριστός π. Ἐφραίμ5 καί ὅλοι αὐτοί μᾶς εὔχονται. Γι᾿ αὐτό νά ἑτοιμαζώμαστε, ὅσο μποροῦμε, γιά τήν Ἄνω Ἱερουσαλήμ. Πολλά θα δοῦμε. Εἶναι τόσο λίγα τά χρόνια μας, πού πρέπει νά κάνουμε μιά σχετική προετοιμασία, ὥστε νά εἴμαστε πανέτοιμοι.

Ὅταν νοιώσει κανείς τήν προσευχή, δέν θέλει νά τήν ἀφήση. Θυμᾶμαι μία ἀδελφή πού ἔλεγε πολύ τήν «εὐχή»· ἀπό τήν ταχύτητα πού εἶχε ἡ καρδιά της ἔφτυσε αἷμα. Τί νά τά κάνης τά καλά καί τά ἀγαθά, οὐδεμία ἀξία ἔχουν. Ὅταν ὁ νοῦς ἀνεβαίνη στόν Θεό, κι αὐτό πού τρῶς λές νά τό πετάξω, νά τό δώσω νά τό φᾶνε οἱ ἄλλοι, νά μή τό φάω.

Ἄββυσσος ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, ἀνεξιχνίαστη, δέν μπορεῖ νά τήν συλλάβη ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ Πατέρες πού αἰσθάνονταν τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, ἄντεχαν ὅλες τίς δωρεές Του. Ὅταν ὅμως ἐρχόταν ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ, δέν μποροῦσαν νά τήν ἀντέξουν καί λιποθυμοῦσαν. Ὅταν ἔρθη αὐτό στήν ψυχή σου, δίνεις ἕνα μπαστούνι στόν ἄλλο καί λές: «Χτύπησέ με ἀλύπητα», καί αὐτόν τόν ἄνθρωπο θά τόν εὐγνωμονῆς καί θά τόν ἔχης σάν τόν μεγαλύτερο ἅγιο· θά λές:

«Στόν μεγαλύτερο ἐχθρό μου θά δώσω μία βέργα νά μέ χτυπάη, ὥσπου νά σπάση ἐπάνω μου καί αὐτόν τόν ἄνθρωπο θά τόν ἔχω πολύ ψηλά».

Αὐτά μᾶς τά ἔγραφε ὁ παππούς, ὁ παλαιός μας πνευματικός, μᾶς τά εἶχε ἐμφυτεύσει μέσα μας. Σ᾿ αὐτά τά παλιά τώρα ἐντρυφῶ καί θυμᾶμαι τά νειᾶτα μου. Καί λέω, ἄς ἀνοίξω κι αὐτή τή φυλλάδα, ἄς ἀνοίξω καί τήν ἄλλη· καί τά μελετῶ.

Νά ἀγκαλιάσουμε τήν προσευχή, νά τήν κάνουμε ἐγκόλπιο στήν καρδιά μας. Τότε θά βλέπουμε πῶς πολεμάει ὁ διάβολος καί πῶς βοηθάει ὁ Χριστός. Νά προσέχουμε πολύ τήν ἀργολογία, γιατί μᾶς κάνει τήν ψυχή ἕνα χέρσο ἀμπέλι.

Νά βγαίνουν δυό λογάκια ἀπό τό στόμα μας, καί αὐτά νά εἶναι μελετημένα. Ὅπου βαδίζει καί ὅπου στέκεται ὁ ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς αἰσθάνεται εὐωδία καί γλυκύτητα. Μέ τήν προσευχή ὁ ἄνθρωπος κάνει θαύματα, δηλαδή μέ τήν Θεία Χάρι πού τόν ἐπισκιάζει. Μέσα στήν προσευχή ἡ ψυχή ἀκούει ἀγγελικές φωνές καί βλέπει τή δόξα καί τήν μεγαλοπρέπεια πού ἔχει ὁ Θεός. Ἄν ἔχουμε συνέχεια τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ στό στόμα μας, ὁ Θεός πού ἔχει τόση ἀγάπη δέν θά μᾶς γλυκάνη;

Εἴμαστε εὐτυχισμένες πού μᾶς ἀξίωσε ὁ Θεός νά ἔχουμε διαδοχικά ἀσκητάδες Γέροντες. Ἔτσι χέρι-χέρι νά πᾶμε νά τούς προσκυνήσουμε καί νά ἰδοῦμε τή δόξα καί τά μεγαλεῖα τους.

Τέλος καί τῇ Τρισηλίῳ Θεότητι
κράτος, αἶνος καί δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.


Κεντρική διάθεσις:
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Ἀπό τό βιβλίο: "Λόγια καρδιᾶς"
COPYRIGHT 2012
Ἱ. Μ. Παναγίας Ὁδηγήτριας Πορταριᾶς Βόλου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...