Pages

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2022

Στο πνεύμα των Χριστουγέννων· ένα παραμύθι για μικρές και μεγάλες παιδικές ψυχές

  ΑΓΓΕΛΟΙ

Κ.Σ.

Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας ( Oscar Wilde) 

Μια ιστορία  για την αληθινή ομορφιά, την γνήσια συμπόνια, την γνήσια φιλία και αγάπη και την αυταπάρνηση. Ο Όσκαρ Ουαϊλντ (1854-1900) ήταν Ιρλανδός θεατρικός συγγραφέας, ποιητής και μυθιστοριογράφος. 

Πρωταγωνιστές σε αυτό το παραμύθι είναι ένα άγαλμα ''ευτυχισμένου πρίγκιπα'' και ένα χελιδόνι· είχαν μια μοιραία συνάντηση όταν ένα βροχερό παγωμένο χειμωνιάτικο βράδυ, το χελιδόνι, που είχε καθυστερήσει να αποδημήσει στην θερμή Αίγυπτο, κούρνιασε στα πόδια του ευτυχισμένου πρίγκιπα.

''Ψηλά πάνω απ' την πόλη, σε ένα θεόρατο βάθρο, έστεκε το άγαλμα του ευτυχισμένου πρίγκιπα. Ήταν σκεπασμένος από την κορφή ως τα νύχια με λεπτά φύλλα από ατόφιο χρυσάφι. Για μάτια είχε δυο λαμπερά ζαφείρια κι ένα μεγάλο κόκκινο ρουμπίνι άστραφτε στη λαβή του σπαθιού του. ...

'' Ποιός είσαι?'' ρώτησε (το χελιδόνι).

''Είμαι ο ευτυχισμένος πρίγκιπας''.

''Τότε γιατί κλαίς?'' ρώτησε το χελιδόνι, ''με καταμούσκεψες''. 

'' Όταν ήμουν ζωντανός κι είχα ανθρώπινη καρδιά'', απάντησε το άγαλμα, ''δεν ήξερα τι είναι τα δάκρυα, γιατί ζούσα στο παλάτι της ξεγνοιασιάς, όπου δεν επιτρεπόταν να μπει η λύπη. Όλη μέρα έπαιζα με τους φίλους μου στο κήπο και το βράδυ χόρευα στη μεγάλη σάλα. Γύρω απ' τον κήπο υπήρχε ένας πολύ ψηλός τοίχος, αλλά ποτέ μου δεν ενδιαφέρθηκα να ρωτήσω τι υπήρχε πέρα απ' αυτόν-όλα γύρω μου ήταν τόσο όμορφα! Οι αυλικοί μου με αποκαλούσαν ''ευτυχισμένο πρίγκιπα''... Έτσι ζούσα και έτσι πέθανα. Και τώρα που έχω πεθάνει, μ' έβαλαν εδώ πάνω, τόσο ψηλά που μπορώ να δω όλη την ασχήμια κι όλη τη δυστυχία της πόλης, παρότι η καρδιά μου είναι μολυβένια, δεν αντέχω να μην κλαίω''. 

''Τι! Δεν είναι ολόκληρος από χρυσάφι?'' αναρωτήθηκε το χελιδόνι. Βέβαια ήταν πολύ ευγενικό για να κάνει τόσο προσωπικές παρατηρήσεις φωναχτά. 

''Μακριά από δω'', συνέχισε χαμηλόφωνα το άγαλμα...''μακριά, σ' ένα στενό σοκάκι, βρίσκεται ένα φτωχόσπιτο. Ένα από τα παράθυρα είναι ανοιχτό κι από κει βλέπω μια γυναίκα καθισμένη σ' ένα τραπέζι. Το πρόσωπό της είναι αδύνατο κι εξαντλημένο και τα χέρια της τραχιά, κόκκινα και κατατρυπημένα απ' τη βελόνα, γιατί είναι ράφτρα. ...Σ' ένα κρεβάτι στη γωνιά του δωματίου είναι ξαπλωμένο το άρρωστο αγοράκι της. Έχει πυρετό και ζητάει πορτοκάλια. Η μητέρα του δεν έχει τίποτα να του δώσει, παρά μόνο νερό απ το ποτάμι, γι αυτό κλαίει. Χελιδόνι, χελιδόνι, χελιδονάκι μου, πήγαινέ της σε παρακαλώ το ρουμπίνι από τη λαβή του ξίφους μου. Εγώ δεν μπορώ να κουνηθώ, τα πόδια μου είναι καρφωμένα σ' αυτό το βάθρο''.

''Με περιμένουν στην Αίγυπτο'' είπε το χελιδόνι. ...

''Χελιδόνι, χελιδόνι, μικρό μου χελιδόνι'', είπε ο πρίγκιπας. ''Μείνε, σε παρακαλώ, μια νύχτα μαζί μου και γίνε ο αγγελιοφόρος μου. Το αγόρι διψάει τόσο πολύ κι η μητέρα του είναι τόσο θλιμμένη...''

''Δεν νομίζω ότι τα συμπαθώ τ' αγόρια'' απάντησε το χελιδόνι. ...

Όμως ο ευτυχισμένος πρίγκιπας έμοιαζε τόσο στενοχωρημένος που το μικρό χελιδόνι τον λυπήθηκε. ''Κάνει πολύ κρύο εδώ'', είπε, ''αλλά θα μείνω μαζί σου για μια νύχτα και θα γίνω αγγελιοφόρος σου''.

'' Σ' ευχαριστώ, μικρό μου χελιδόνι'', είπε ο πρίγκιπας.

Έτσι το χελιδόνι ξεκόλλησε το μεγάλο ρουμπίνι, από το σπαθί του πρίγκιπα και κρατώντας το στο ράμφος του πέταξε ψηλά πάνω απ' τις στέγες της πόλης. ...Στο τέλος έφτασε στο φτωχόσπιτο...Πήδηξε μέσα κι άφησε το μεγάλο ρουμπίνι πάνω στο τραπέζι...Έπειτα πέταξε γύρω απ' το κρεβάτι, κάνοντας απαλά αέρα στο πρόσωπο του αγοριού με τις φτερούγες του.

'' Τι δροσερά που αισθάνομαι!'' είπε το αγόρι. ''Θα πρέπει να καλυτερεύω''...

Έπειτα το χελιδόνι πέταξε πίσω στον ευτυχισμένο πρίγκιπα και του αφηγήθηκε τι είχε κάνει. ''Είναι παράξενο παρατήρησε, ''αλλά νιώθω μια ζεστασιά τώρα, μολονότι κάνει τόσο κρύο''.

''Είναι επειδή έκανες μια καλή πράξη'' είπε ο πρίγκιπας. ...

'' Απόψε φεύγω για την Αίγυπτο'', είπε το χελιδόνι...Όταν βγήκε το φεγγάρι, πέταξε πίσω στον ευτυχισμένο πρίγκιπα.

''Έχεις τίποτα παραγγελίες για την Αίγυπτο?'', τον ρώτησε. ...

''Χελιδόνι, χελιδόνι, μικρό μου χελιδόνι'', είπε ο πρίγκιπας, ''δεν θα μείνεις μαζί μου μια νύχτα ακόμα?''

''Με περιμένουν στην Αίγυπτο'', απάντησε το χελιδόνι. ...

''Χελιδόνι, χελιδόνι, μικρό μου χελιδονάκι'', είπε ο πρίγκιπας, ''μακριά εκεί στην πόλη βλέπω σε μια σοφίτα έναν νέο άντρα. Είναι σκυμμένος πάνω σ' ένα γραφείο...Προσπαθεί να τελειώσει ένα έργο που του ζήτησε ο διευθυντής του θεάτρου, αλλά κρυώνει τόσο πολύ που δεν μπορεί να γράψει. Δεν έχει φωτιά στο τζάκι κι έχει χλωμιάσει απ' την πείνα''.

''Θα περιμένω άλλη μια νύχτα'', είπε το χελιδόνι, που είχε αληθινά καλή καρδιά. ''Να του πάω ένα ρουμπίνι?''

''Αλίμονο! Δεν έχω άλλο ρουμπίνι'', είπε ο πρίγκιπας, μόνο τα μάτια μού έχουν απομείνει. Είναι φτιαγμένα από σπάνια ζαφείρια...Βγάλε το ένα και πήγαινέ του το. Θα το πουλήσει...και θ' αγοράσει φαγητό και ξύλα για τη φωτιά. Έτσι θα καταφέρει να τελειώσει το έργο του''.

''Αγαπημένε μου πρίγκιπα'', είπε το χελιδόνι, ''δεν μπορώ να το κάνω αυτό'', κι άρχισε να κλαίει.

''Χελιδόνι, χελιδόνι, μικρό μου χελιδονάκι'', είπε ο πρίγκιπας, ''κάνε όπως σου λέω''. 

Έτσι το χελιδόνι έβγαλε το ένα μάτι του πρίγκιπα και πέταξε μέχρι τη σοφίτα του φοιτητή. ...Ο νεαρός...δεν άκουσε το φτερούγισμα του πουλιού. Όταν σήκωσε το κεφάλι, είδε τ' όμορφο ζαφείρι...φώναξε...Τώρα μπορώ να τελειώσω το έργο μου''. Και φαινόταν πολύ ευτυχισμένος.     

Την άλλη μέρα το χελιδόνι πέταξε μέχρι το λιμάνι. ...όταν βγήκε το φεγγάρι πέταξε πίσω στον ευτυχισμένο πρίγκιπα.

''Ήρθα να σ' αποχαιρετήσω'', του είπε.

''Χελιδόνι, χελιδόνι, μικρό μου χελιδονάκι'', είπε ο πρίγκιπας, ''δεν θα μείνεις μαζί μου άλλη μια νύχτα?''

'' Είναι χειμώνας'' απάντησε το χελιδόνι ''και σύντομα θα έρθει το παγωμένο χιόνι... Αγαπημένε μου πρίγκιπα, πρέπει να σ' αφήσω τώρα, αλλά δεν θα σε ξεχάσω. Και την άνοιξη θα σου φέρω δύο όμορφα πετράδια για να αντικαταστήσεις αυτά που έδωσες. Το ρουμπίνι θα είναι πιο κόκκινο κι από κόκκινο τριαντάφυλλο και το ζαφείρι γαλαζοπράσινο σαν την απέραντη θάλασσα''. 

''Κάτω στην πλατεία'', είπε ο ευτυχισμένος πρίγκιπας, ''στέκεται ένα μικρό κοριτσάκι που πουλάει σπίρτα. ....Δεν φοράει παπούτσια, ούτε κάλτσες ούτε σκουφί στο κεφαλάκι της. Βγάλε και το άλλο μου μάτι και δωσ' το της...''.

'' Θα μείνω μαζί σου άλλη μια νύχτα'', είπε το χελιδόνι, ''αλλά δεν μπορώ να σου βγάλω και το άλλο σου μάτι. Μετά θα μείνεις τελείως τυφλός''.

''Χελιδόνι, χελιδόνι, μικρό μου χελιδονάκι'', είπε ο πρίγκιπας, ''κάνε αυτό που σου λέω''.

Έτσι έβγαλε και το άλλο μάτι του πρίγκιπα και πέταξε προς την πόλη. Πέρασε πετώντας πάνω απ' το κοριτσάκι με τα σπίρτα κι' άφησε το πετράδι να πέσει στο χεράκι της. ''Τί όμορφο κομμάτι γυαλί!'', φώναξε...κι' έτρεξε γελώντας προς το σπίτι της.

Τότε το χελιδόνι ξαναγύρισε στον πρίγκιπα. ''Είσαι τυφλός τώρα'', του είπε  

''γι' αυτό θα μείνω για πάντα μαζί σου''.

''Όχι, μικρό μου χελιδόνι'', είπε ο καημένος ο πρίγκιπας, ''πρέπει να φύγεις για την Αίγυπτο''.

''Θα μείνω για πάντα μαζί σου'', είπε το χελιδόνι και αποκοιμήθηκε στα πόδια του πρίγκιπα. Πέρασε όλη την άλλη μέρα κουρνιασμένο στον ώμο του πρίγκιπα, να του διηγείται ιστορίες απ΄ όσα είχε δει σε ξένες χώρες. ...

''Αγαπημένο μου χελιδονάκι'', είπε ο πρίγκιπας, ''μου μιλάς για θαυμαστά πράγματα, αλλά πιο αξιομνημόνευτα είναι τα βάσανα των ανθρώπων. Δεν υπάρχει μυστήριο μεγαλύτερο από τη δυστυχία. Πέτα πάνω απ' την πόλη, χελιδονάκι μου, και πες μου τι βλέπεις εκεί''. 

Έτσι το χελιδόνι πέταξε πάνω απ' τη μεγάλη πόλη και είδε τους πλούσιους να διασκεδάζουν στα όμορφα σπίτια τους, ενώ οι ζητιάνοι κάθονταν απέξω στα κατώφλια. Πέταξε σε σκοτεινά σοκάκια και είδε τα χλωμά πρόσωπα των πεινασμένων παιδιών να κοιτάζουν ανέκφραστα τους έρημους δρόμους. ...δυο αγοράκια κάθονταν αγκαλιασμένα προσπαθώντας να ζεσταθούν. ''Πεινάμε'', έλεγαν. ''Δεν επιτρέπεται να κάθεστε εδώ'', τους έβαλε τις φωνές ο φύλακας κι εκείνα άρχισαν να περπατάνε στη βροχή.

Έπειτα γύρισε πίσω στον πρίγκιπα και του διηγήθηκε όσα είχε δει. 

''Είμαι σκεπασμένος με ατόφιο χρυσάφι'', είπε ο πρίγκιπας. ''Πρέπει να το βγάλεις όλο, φύλλο-φύλλο, και να το δώσεις στους φτωχούς· οι ζωντανοί πάντοτε πιστεύουν πως το χρυσάφι μπορεί να τους κάνει ευτυχισμένους''. 

Φύλλο-φύλλο έβγαζε το χελιδόνι το χρυσάφι, μέχρι που ο ευτυχισμένος πρίγκιπας έγινε ολότελα μουντός και γκρίζος. Φύλλο-φύλλο έφερνε στους φτωχούς το χρυσάφι και τα πρόσωπα των παιδιών γίνονταν πιο ροδαλά. ...''Έχουμε ψωμί'' φώναζαν. 

Έπειτα ήρθε το χιόνι και μαζί του έφερε την παγωνιά...Το καημένο το χελιδονάκι κρύωνε όλο και περισσότερο αλλά δεν ήθελε ν' αφήσει τον πρίγκιπα, τον αγαπούσε τόσο πολύ. Στό τέλος όμως κατάλαβε ότι θα πέθαινε. Με όση δύναμη του είχε απομείνει, μόλις που κατάφερε να πετάξει στον ώμο του πρίγκιπα για μια τελευταία φορά. ''Αντίο, αγαπημένε μου πρίγκιπα!'', μουρμούρισε. ''Θα με αφήσεις να σου φιλήσω το χέρι?''

''Χαίρομαι που επιτέλους φεύγεις για την Αίγυπτο, μικρό μου χελιδόνι'' είπε ο πρίγκιπας. ''Ήδη έμεινες εδώ πάρα πολύ· πρέπει όμως να με φιλήσεις στα χείλη, γιατί σ' αγαπώ''.

''Δεν πάω στην Αίγυπτο'' είπε το χελιδόνι. ''Πηγαίνω στο σπίτι του θανάτου. Ο θάνατος είναι ο αδελφός του ύπνου, έτσι δεν είναι?''

Φίλησε τον ευτυχισμένο πρίγκιπα στα χείλη και έπεσε νεκρό στα πόδια του.

Εκείνη τη στιγμή ένα παράξενο κρακ ακούστηκε μέσα στο άγαλμα, σαν να είχε σπάσει κάτι. Και πράγματι, η μολυβένια του καρδιά είχε σπάσει στα δύο. Η παγωνιά ήταν στ' αλήθεια φοβερή.

Νωρίς το άλλο πρωί ο δήμαρχος...περνούσε μπροστά απ' το βάθρο...κοίταξε το άγαλμα. ''Θεέ μου! Πόσο άθλιος φαίνεται ο ευτυχισμένος πρίγκιπας'', είπε. ...

'' Το ρουμπίνι έφυγε από το σπαθί του, τα μάτια του λείπουν και δεν είναι πια χρυσός'', είπε ο δήμαρχος. ''Για να πούμε την αλήθεια, είναι σχεδόν σαν ζητιάνος!''...

''Κι εδώ στα πόδια του βρίσκεται ένα νεκρό πουλί'' συνέχισε ο δήμαρχος. ...

Έτσι κατέβασαν το άγαλμα του ευτυχισμένου πρίγκιπα από το βάθρο. ''Αφού δεν είναι πια όμορφος, δεν είναι και χρήσιμος'', είπε ο καθηγητής της τέχνης στο πανεπιστήμιο. ...'' Τι παράξενο πράγμα!'' είπε ο επόπτης των εργατών στο χυτήριο. ''Αυτή η σπασμένη μολυβένια καρδιά δεν λιώνει στο φούρνο. Πρέπει να την ξεφορτωθούμε''. Έτσι την πέταξαν σε ένα σωρό σκουπίδια όπου βρισκόταν και το νεκρό χελιδόνι. 

''Φέρε μου τα δύο πιο πολύτιμα πράγματα στην πόλη'', είπε ο Θεός σε έναν από τους αγγέλους Του· κι ο άγγελος Του έφερε τη μολυβένια καρδιά και το πεθαμένο πουλί.

''Έκανες σωστή επιλογή'', είπε ο Θεός, ''γιατί στον παραδεισένιο κήπο μου θα τραγουδάει από εδώ και πέρα αυτό το μικρό πουλί και στη χρυσαφένια πόλη μου ο ευτυχισμένος πρίγκιπας θα με δοξάζει''. 

( Αποσπάσματα από το βιβλίο Ο ευτυχισμένος Πρίγκιπας, του Oscar Wilde, εκδ. ΑΙΩΡΑ και Φίλοι, 2012). 

                                                                                               Κ.Σ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου