Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2020

Ασκητές μέσα στον κόσμο: Αποκάλυψη κρυμμένης εικόνας της Παναγίας



Δι­ή­γη­ση Πα­να­γι­ώ­του Μα­τρατ­ζή του Νι­κο­λά­ου, κα­τοί­κου Βεροί­ας, οδός Μο­ρά­βια 10, συντα­ξι­ού­χου Α­στυ­νο­μι­κού:

«Τό 1962, τον Μάρ­τιο μή­να υ­πη­ρε­τού­σα στο νη­σί Γυά­ρο, α­πέ­ναντι α­πό την Σύ­ρο, στις φυ­λα­κές για εγ­κλη­μα­τί­ες. Έ­να Σάβ­βα­το, ε­νώ κοι­μό­μουν στον θά­λα­μο μό­νος μου, κα­τά τα ξη­με­ρώ­μα­τα μου πα­ρου­σι­ά­σθη­κε στον ύ­πνο η κε­κοι­μη­μέ­νη μη­τέ­ρα μου που ήταν πο­λύ πι­στή, και ό­λος ο θά­λα­μος έλαμ­ψε από φώς. Μου εί­πε: 

“Ζώ, δεν πέ­θα­να”, ε­νώ εί­χε πε­θά­νει το 1958. Συ­νέ­χι­σε: “Νά πάς στον πέ­μπτο όρ­μο[1]. Ε­κεί εί­ναι πα­ρα­χω­μέ­νη (θαμ­μέ­νη) η ει­κό­να της Πα­να­γί­ας. Θα βρείς μί­α μαρ­μά­ρι­νη πλά­κα ά­σπρη. Θα σε ο­δη­γή­σω ε­γώ α­πό που θα πάς. Να πά­ρης την ει­κό­να”. 

Μου έ­δει­ξε την το­πο­θε­σί­α και την πλά­κα. Αλ­λά πως να πά­ω ε­κεί;»Τό πρω­ΐ πή­γα­με να βά­λου­με μπρός το κα­ΐ­κι για να κά­νου­με πε­ρι­πο­λί­α γύ­ρω α­πό το νη­σί. Ό­μως δεν έ­παιρ­νε μπρο­στά. Ε­γώ τους α­νέ­φε­ρα το ό­νει­ρο και τους εί­πα ό­τι πρέ­πει να πά­ω στον πέμ­πτο όρ­μο.»Ξε­κί­νη­σα μό­νος μου. Αι­σθα­νό­μουν σαν να με ω­δη­γού­σε μί­α α­ό­ρα­τη δύ­να­μη. 

Προ­χώ­ρη­σα πε­νήντα μέ­τρα στον δρό­μο και με­τά έ­στρι­ψα α­πό­το­μα πρός τα βρά­χια. Τα μέ­ρη ε­κεί­να εί­ναι α­πά­τη­τα και τα βρά­χια πο­λύ α­πό­το­μα. Μο­νο­πά­τια δεν υ­πήρ­χαν. Α­νέ­βη­κα πρί­που 300 μέ­τρα και έ­φθα­σα σε μί­α κο­ρυ­φή. Α­πό κά­τω οι κρα­τού­με­νοι με τον φύ­λα­κα α­πο­ρού­σαν και έ­λε­γαν: “Μά κα­λά, αυ­τός εί­ναι τρελ­λός, που α­νε­βαί­νει ε­κεί πά­νω;”.»Φθά­νοντας στον τρί­το όρ­μο, σκέ­φθη­κα να κα­θή­σω να ξε­κου­ρα­στώ αλ­λά τα πό­δια μου δεν λύ­γι­ζαν και προ­χώ­ρη­σα. Εί­χα α­πό τις 6 το πρωΐ που βά­δι­ζα και στις 10 έ­φθα­σα στον πέμ­πτο όρ­μο. Εί­δα ε­κεί την πλά­κα που εί­χα δεί στο ό­νει­ρό μου. Αι­σθάν­θη­κα συγ­κί­νη­ση και χα­ρά. Άρ­χι­σα να κα­θα­ρί­ζω τα χόρ­τα και βρή­κα σε βά­θος μιάς πι­θα­μής κά­τω α­πό την πλά­κα μί­α παμ­πά­λαι­α ει­κό­να της Πα­να­γί­ας με τον Χρι­στό, δι­α­στά­σε­ων 30 ε­πί 30 ε­κα­το­στά, απλή χω­ρίς α­σή­μι, αλ­λά φαί­νο­νταν κα­θα­ρά τα πρό­σω­πα. Βρή­κα και έ­να καντή­λι χω­νε­μέ­νο.»Τό μέ­ρος ε­κεί ή­ταν α­πό­με­ρο και α­κα­τοί­κη­το. Ποιός ξέ­ρει πως βρέ­θη­κε ε­κεί η ει­κό­να.»

Στόν γυ­ρι­σμό δεν κα­τά­φε­ρα να γυ­ρί­σω α­πό τον ί­διο δρό­μο, για­τί ή­ταν α­πό­το­μος˙ φο­βή­θη­κα μην πέ­σω στον γκρε­μό και σκο­τω­θώ. Πή­γα α­πό άλ­λο μέ­ρος, βά­δι­σα πέντε χι­λι­ό­με­τρα και έ­φθα­σα στις 5 το α­πό­γευ­μα στον θά­λα­μο που έ­με­να.»Ό­ταν με εί­δαν οι συ­νά­δελ­φοί μου ε­ξε­πλά­γη­σαν και προ­σκύ­νη­σαν την ει­κό­να. Με­τά πή­γα­με στον Μη­τρο­πο­λί­τη Σύ­ρου, α­να­φέ­ρα­με τα σχε­τι­κά, αλ­λά ού­τε ε­κεί ή­ξε­ραν πως βρέ­θη­κε η ει­κό­να σ᾿ ε­κεί­νο το ε­ρη­μι­κό μέ­ρος, ού­τε κα­νείς κά­τοι­κος γνώ­ρι­ζε αν υ­πήρ­χε Μο­να­στή­ρι ή Εκ­κλη­σί­α στο μέ­ρος που βρέ­θη­κε η ει­κό­να. Τό­τε κά­να­με εκεί έ­να μι­κρό πα­ρεκ­κλή­σι, βά­λα­με ει­κό­νες και α­νά­βα­με καντή­λι. Α­πό το ση­μεί­ο αυ­τό φαί­νε­ται α­πέ­ναντι ο Σταυ­ρός της Πα­να­γί­ας της Τή­νου».[1]. Λό­φοι που συγ­κλί­νουν στην θά­λασ­σα, ό­πως στο Ά­γιον Ό­ρος. 

(Απόσπασμα από το βιβλίο «Ασκητές μέσα στον κόσμο» και την ενότητα: «Θαυμαστά και διδακτικά περιστατικά», ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 2008, Κεντρική διάθεση βιβλίου: Ιερόν Ησυχαστήριον «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος», Μεταμόρφωσις Χαλκιδικής)

πηγή: https://alopsis.gr , https://synaxipalaiochoriou.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...