Τρίτη, 9 Ιανουαρίου 2018

Γερόντισσα Μακρίνα: Βλέπω μια μοναχή με το σχήμα της καί μού λέει: Δεν μπορείς ; Και το δωμάτιο έλαμψε όλο φως


Ήμασταν  τρείς, και σηκωθήκαμε τώρα να πάμε στη Ζαγορά. Στο πίσω μέρος, στο ανατολικό Πήλιο. Λοιπόν, γνώριζα κάποια δική μου εκεί πέρα, και λέω ας πάω μήπως μου δώσει λίγο ψωμάκι και λίγο λαδάκι. Μόλις πήγα εκεί πέρα και με είδανε άρχισαν να κλαίνε. Πάει το Μαρικάκι...( γιά μένα δηλαδή κλαίγανε ) 

Είχε βγει το χνούδι από την αδυναμία, σκελετός ήμουνα. Αυτοί, λοιπόν, οι καημένοι μάζεψαν πατάτες από δω, μάζεψαν λίγο λαδάκι από εκεί, εν τω μεταξύ κόβουν ψωμί (είχαν ψωμί ζυμωτό) κι έφαγα 1 καρβέλι εκείνο το βράδυ. Πώς το ‘φαγα; που πήγε; Φάε μου λέει πατάτες βραστές. 

Μου έδιναν από όλα, κι όλα τα έτρωγα. Δεν χόρταινα. Τώρα, το πρωί; πώς σηκώνω εγώ τις πατάτες, πού μου δώσανε; σηκώνονται 18 οκάδες πατάτες και μου δίνουν ένα τενεκεδάκι λάδι. Μου τ' ανέβασαν στον ανήφορο τα παιδιά -είχαν ζώα- μετά από κει είχαν φυλάκια οι Ιταλοί και νυχτώσαμε. Ήταν 12 η ώρα νύχτα. 

Που να πάω με το βάρος; Μόλις έβλεπα τους Ιταλούς, ώχ! ακουμπούσα στα βραχάκια και καθόμασταν εκεί πέρα και κοιτούσαν αυτοί και κλαίγαμε εμείς και λέγαμε: «Τείχος ει των παρθένων Θεοτόκε Παρθένε» κι αυτοί τα έβλεπαν τώρα αυτά πού προσευχόμασταν και παρακαλούσαμε...Και έκλαιγαν ( κι΄αυτοί ) και μας σήκωναν το βάρος, που είχαμε πίσω, για να μπορέσουμε να βαδίσουμε... 

Μόλις φτάνουμε πρωί στο σπίτι, σιγά - σιγά, 6 ώρες δρόμο. Είχα τις πατάτες στον ώμο, ετοιμοθάνατη ήμουν. Αμέσως λιποθύμησα, έπεσα κάτω γιατί δεν είχα άλλη αντοχή. Μου κλέβουν τις πατάτες οι γειτόνοι όλοι, μου κλέβουν το λάδι, και δεν μ' άφησαν τίποτε... 

Κι εμένα, λοιπόν, μ' έπιασε ένας πόνος στο πλευρό, ένα επανωφόρι φορούσα τότε, δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Λέω άσχημα την έχω. Που να βρω γιατρό; Η γειτονιά έρημη, δηλαδή λίγα πρόσωπα, αλλά αυτά τα λίγα μου κλέψαν τις πατάτες. 

Πάω στο γιατρό σιγά - σιγά, μου λέει: έχεις πλευρίτιδα και πρέπει να βρεις πίτουρα να βάλεις. Που να βρω; Εγώ λέω: Θα καθίσω Παναγία μου μέσ' το δωμάτιο κι ότι είναι ευλογημένο. Θες να με πάρεις; πάρε με, δε θέλεις, όποτε εσύ θέλεις. Κάθισα μόνη μου τώρα, σκοτεινά, χωρίς καντήλι, χωρίς τίποτα...

Όπως ήμουν ξαπλωμένη, κουκουλωμένη, είχε θαμπώσει, είχε σκοτεινιάσει βλέπω μια μοναχή με το σχήμα της καί μού λέει: 

--«Δεν μπορείς ; », 

Καί με πλησιάζει, αλλά το δωμάτιο έλαμψε όλο φως. 

--«Ναι δεν μπορώ" τής λέω "Πήγα στη Ζαγορά, κάθισα, είπα τα παράπονα μου εγώ, και μου δώσανε λίγες πατάτες και μου τις κλέψαν, και τώρα δεν έχω τίποτα, ούτε καντηλάκι έχω, τίποτα δεν έχω, κι είπα θα καθίσω εδώ και ας πεθάνω ποιος θα με ανοίξει την πόρτα; Δεν έχω κανέναν.» Λέει: 

--«Μη στεναχωριέσαι, θα γίνεις καλά, εγώ θα σε κάνω καλά» κι' ούτε να φαντασθώ ποιά είναι, να τη ρωτήσω... 

Παίρνει, λοιπόν, και βάζει το πάπλωμα μου, είχα ένα παπλωματάκι μικρό και μου το ‘βαλε έτσι όπως κάνεις το χωνί, έτσι ακριβώς, και μου λέει: 

--«Άντε δεν έχεις τίποτε, θα γίνεις καλά.» 

Αμέσως μου πέρασε το πλευρό μου, έλαβα τον χορτασμό, είχα πείνα, εξάντληση, που να βρω φαγητό, που να βρω τίποτα, και χόρτασα σαν να είχα σφάξει ένα ζώο μπροστά μου και το ‘ψησα και το ‘φαγα ! Τέτοιο χορτασμό αισθανόμουν. 

Το πρωί πήγα στο γιατρό, καί μού λέει: 

--Τι ήρθες; 

--Να με ακροαστείτε λιγάκι.

 Μου κάνει εξέταση, καί μου λέει 

--Δέν έχεις τίποτε τώρα! Τι έγινε, πώς έγινες καλά; 

Λέω, αυτό κι' αυτό, καί μού λέει ο γιατρός:

--Επέτρεψε ο Θεός για τις ανέχειες, λόγω της πείνας, για να σε κάνει η Αγία καλά... 

Και τότε, μού λέει κάτι από μέσα μου: 

"Ποιά νά ήταν αυτή πού είδα; ποιά νά ήταν; ". Και μου λέει μια φωνή στ΄ αυτί μου: 

"Ήταν η Αγία Παρασκευή ! " 

Και γι' αυτό κι΄ εγώ, την αγαπούσα την Αγία Παρασκευή !  Μου το ‘πε η ίδια στ' αυτί, πληροφορία, ότι ήταν ή Αγια Παρασκευή!

Είναι της πείνας αυτά, της κατοχής. Πήγα μάζευα χόρτα. Στο μέρος που τα μάζευα ξαναφύτρωναν την άλλη μέρα πάλι. Κάθε μέρα στο ίδιο μέρος φυτρώνανε όλα. Και μετά σιγά - σιγά τα ‘πλενα και τους τα πήγαινα πολλές φορές ωμά, σ' αυτό το κοριτσάκι πού ήταν άρρωστο. Είχε φυματίωση το καημένο...

Μ' είδε κι εμένα ο π. Εφραίμ ο παλιός μου πνευματικός. 

--Κοίταξε παιδί μου, μου λέει. Κοίταξε παιδάκι μου, όλους τους θάψαμε. Κοίταξε Μαρικάκι μου, χρυσό μου παιδί, κοίταξε, άμα πας στο Χριστό και έχεις παρρησία πολλή, εύχου και για μένα τον αμαρτωλό. 

--Ό,τι είναι θέλημα Θεού, έλεγα. Άμα θέλει να με πάρει ό Χριστός, ας πεθάνω. Ό,τι είναι θέλημα Θεού. Ύστερα, λοιπόν, βγάζει κήρυγμα και λέει:

--" Όσο θα έχετε ψωμί, από μια μπουκιά θα ρίχνετε, θα κόβετε, το Μαρικάκι θ' ανοίξει το παράθυρο, να πετάτε την μπουκιά μέσα στο σπίτι, να βρίσκει να τρώει... 

Και τότε λοιπόν είχαν εξαφανίσει οι Ιταλοί τις γάτες, και άνοιγα το παράθυρο και ‘ρίχναν μπουκιές - μπουκιές μέσα κι έπαιρνα λοιπόν κι έτρωγα και συνήλθα. Έκανα υπακοή...

Λοιπόν, όταν συναντιόμασταν με τις αδελφές δεν μιλούσαμε. Μας έλεγε ο πνευματικός: 

--"Μη μιλάτε. Θα πάρετε το αντίδωρο και θα πάτε στο σπίτι, και στη διαδρομή όλη θα λέτε την ευχή και μόλις φτάσετε στο σπίτι, θα λέτε" Δόξα σοι ο Θεός ημών δόξα σοι, και μέσα θα αισθάνεστε στο σπίτι μεγάλη ευωδία, μεγάλη χάρη..." 

Δεν κοινωνούσαμε, μόνο το αντίδωρο παίρναμε, αυτό λέγαμε και νομίζαμε ότι λιβανίζανε εκείνη την ώρα. Στο δρόμο που βαδίζαμε υπήρχε ευωδία σαν κάποιος να λιβάνιζε... 

Λέμε: τι ευωδέστατα λουλούδια είναι αυτά; και δεν είχε τίποτε, ούτε περιβόλι, ούτε τίποτε, ήταν δηλαδή η χάρις του Θεού πολλή... 


πηγη: http://www.kivotoshelp.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...