Η Αχειροποιητος Εικονα της Παναγιας Ιεροσολυμιτισσας

Translate

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

«…ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΕΜΝΗ...» ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΜΕ ΣΚΗΝΕΣ ΤΟΥ ΒΙΟΥ ΤΗΣ



Η εικόνα* προέρχεται από το ναό της Αγίας Αικατερίνης του Σινά ή των Τριών Ιεραρχών και Νέας Ιερουσαλήμ που βρίσκεται στη θέση Κήποι, στο νότιο άκρο της πόλης της Ζακύνθου (πίν. 1). Η εκκλησία χτίστηκε το 1664 από τον κρητικό πρόσφυγα Γρηγόριο Θεοδώρου Σαβόγια, ο οποίος το έτος 1669 αφιέρωσε το ναό και την γύρω περιοχή του στη Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Σινά ως μετόχι της: «... δια να εξουσιάζεται εις περισσότερην αξίαν από τους πατέρας, οπού εις το παρόν ηβρίσκουνται απά, φερμένοι από το μετόχι της άνωθεν αγίας μας Αικατερίνης, οπού είχαμε εις το Κάστρο της Κρήτης και το εστερεφτήκαμε όλοι μας από την έπαρσιν των αγαρινών και αθέων απίστων,…»[1]. Ύστερα από την ακύρωση της αφιέρωσης του ναού από τον ενετό προβλεπτή της Ζακύνθου, ο Σαβόγιας αφιέρωσε εκ νέου το ναό το 1675. Έκτοτε υπάγεται στο μοναστήρι της Θεοτόκου Υπεραγάθου στη Ζάκυνθο, επίσης μετόχι της μονής Σινά από το 1671[2].

Ο ναός είχε οικοδομηθεί στον -προσφιλή στα Ιόνια νησιά- αρχιτεκτονικό τύπο της μονόκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής, με δύο στοές στη βορινή και νότια όψη, στοιχείο όχι σύνηθες στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική της Ζακύνθου[3]. Αναλυτική περιγραφή του κτιρίου, του εσωτερικού διακόσμου και των κειμηλίων παρέχει το συμβόλαιο μεταβίβασης το 1675[4]. Το ξυλόγλυπτο και χρυσωμένο τέμπλο του ναού κατασκεύασε το 1665, ύστερα από συμφωνία με τον Σαβόγια, ο επίσης κρητικός πρόσφυγας Άγγελος Μοσκέτης[5]. Το ναό κοσμούσαν εξαιρετικής τέχνης εικόνες, μεταξύ των οποίων και έργα σημαντικών κρητικών ζωγράφων[6], καθώς και ελαιογραφίες του ζακυνθινού ζωγράφου Νικολάου Καντούνη[7]. Κατά τους καταστροφικούς σεισμούς του 1953, ο ναός υπέστη σοβαρότατες βλάβες. Αμέσως μετά, και σε σύντομο χρονικό διάστημα, από το φόβο κλοπής των ιερών κειμηλίων, αναστηλώθηκε πρόχειρα, με μερική μόνο χρήση των αυθεντικών υλικών, κυρίως του ανάγλυφου λίθινου διακόσμου του. Η υποβάθμιση της στάθμης του δαπέδου και η κακής ποιότητας κατασκευή δημιούργησαν δυσμενείς συνθήκες για τη διατήρηση  των κειμηλίων[8].

Η εφέστια εικόνα του ναού, με την παράσταση της αγίας Αικατερίνης και μικρογραφημένες σκηνές του βίου της βρισκόταν έως πρόσφατα στο ναό, επάνω σε ξυλόγλυπτο προσκυνητάρι (πίν. 2, φωτογραφία της εικόνας στον προσεισμικό ναό). Έχει διαστάσεις 116x85x2 εκ. και είναι ζωγραφισμένη με αυγοτέμπερα σε ξύλο, με προετοιμασία και ύφασμα[9]. Η κεντρική μορφή έφερε αργυρή επένδυση και χρυσό στέμμα. Στην παράσταση υπήρχαν απώλειες της ζωγραφικής περιμετρικά και περισσότερες στην κάτω πλευρά, οφειλόμενες κυρίως στην αυξημένη υγρασία που επικρατούσε στο χώρο. Τα καρφιά της επένδυσης είχαν δημιουργήσει σημαντικές βλάβες. Το μεγαλύτερο μέρος των επιζωγραφήσεων που έφερε η παράσταση -περισσότερες στο πρόσωπο της κεντρικής μορφής- αφαιρέθηκαν κατά τη συντήρηση. Η αργυρή επένδυση δεν επανατοποθετήθηκε[10]. Το προσχέδιο της εικόνας είναι εγχάρακτο και γραπτό. Με λεπτή και ρηχή χάραξη έχουν διαχωριστεί τα όρια των επιμέρους σκηνών, των αρχιτεκτονημάτων και των βουνών, ενώ βαθύτερη χάραξη έχει χρησιμοποιηθεί σε μερικές κύριες πτυχές και περιμετρικά των ενδυμάτων, στο όριο με τις περιοχές που έχουν χρυσωθεί πάνω σε λεπτό στρώμα αμπολιού. Κάτω από τις εξίτηλες επιγραφές, που γράφονται σε κάθε σκηνή με κόκκινα γράμματα στο χρυσό βάθος, διακρίνονται ίχνη από τις αρχικές επιγραφές, επίσης με κόκκινο χρώμα[11]. Κάτω δεξιά, επάνω στο πράσινο δάπεδο, με μαύρα γράμματα διαβάζεται η σύγχρονη με τις επιδιορθώσεις αφιερωματική επιγραφή: ΔΕΗCΗC ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΤΟΥ Θ(ΕΟ)Υ / ΓΑΒΡΙΗΛ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ / ΤΟΥ CΥΝΑΥΤΗ. Η παράσταση έχει αποκοπεί περιμετρικά. Στο κάτω τμήμα της, στο αρχικό στρώμα, διακρίνονται με δυσκολία ελάχιστα και αποσπασματικά ίχνη γραμμάτων, ίσως από την υπογραφή του ζωγράφου.

            Η εικόνα δεν περιλαμβάνεται στο συμβόλαιο μεταβίβασης του ναού το 1675[12]. Η υπόθεση ότι στο ναό, τον προσηλωμένο έως τότε στους Τρεις Ιεράρχες και τη Νέα Ιερουσαλήμ, δεν υπήρχε εικόνα με την παράσταση της αγίας Αικατερίνης, ενισχύεται από το γεγονός ότι ο δεύτερος από τους όρους που έθεσε στο συμβόλαιο μεταβίβασης ο Σαβόγιας ήταν να έχει την υποχρέωση ο ηγούμενος να «…καταιβάζη» από το μοναστήρι του Περάγκαθου το καθολικό κόνισμα της Αγίας Κατερίνης και βάνη το εις το άνωθεν μοναστήρι των Τριών Ιεραρχών…». Στον ίδιο όρο συμπεριλαμβάνεται η απαγόρευση της τοποθέτησης της εικόνας στις δεσποτικές εικόνες του τέμπλου[13]. Ύστερα από έρευνα στο Ιστορικό Αρχείο Ζακύνθου, στο φάκελο του ναού της Αγίας Αικατερίνης,  βρέθηκε έγγραφο του 1706 (8 Νοεμβρίου)[14], στο οποίο ο σιναΐτης ιερομόναχος Σύλβεστρος, ευρισκόμενος στη Ζάκυνθο, καταγράφει «+ τρις ηκόνας δεσποτηκάς ο χριστός επί θρόνου η παναγία επί θρόνου και η αγία αικατερίνα με κνιζόλες μαύβρες έτερι ηκόνα της παναγίας με κνιζόλα μαύρι και αυτή βενέτικη ακόμα της αγίας αικατερίνας του βήκτορος»[15], που προέρχονταν από τη μονή Σινά. Είναι φανερό ότι η ενυπόγραφη από το ζωγράφο Βίκτωρα εικόνα της αγίας Αικατερίνης δεν μπορεί να ταυτιστεί με την εικόνα της αγίας με σκηνές του βίου της. Το ίδιο ισχύει και για τη δεύτερη από τις δύο αναφερόμενες εικόνες, αφού δεν υπάρχει περιγραφή της και είναι άγνωστο, εάν παρέμεινε στη Ζάκυνθο ή μεταφέρθηκε πάλι στη μονή Σινά. Συμπερασματικά, ο χρόνος τοποθέτησης της εικόνας στο ναό είναι άγνωστος, ενώ, ως τόπος προέλευσής της πιθανολογείται η Κρήτη, αφού είναι γνωστό ότι σιναΐτες πατέρες από το μετόχι της μονής Σινά στο Ηράκλειο, αλλά και άλλοι ιερωμένοι και λαϊκοί κρητικοί πρόσφυγες, πριν, αλλά κυρίως μετά την κατάκτηση της Κρήτης από τους Τούρκους, έφεραν στη Ζάκυνθο, όπου κατέφυγαν, χειρόγραφους κώδικες, εικόνες και άλλα ιερά κειμήλια[16]. Μία άλλη εκδοχή είναι η εικόνα να προέρχεται από τη μονή Σινά, από όπου -όπως αποδεικνύεται από το χειρόγραφο του 1706- εικόνες είχαν μεταφερθεί από σιναΐτες μοναχούς στη Ζάκυνθο.

Η εικόνα έχει ως κεντρικό θέμα την αγία Αικατερίνη που παρίσταται στο μέσον ολόσωμη και μετωπική  με αυτοκρατορική στολή, δηλωτική της βασιλικής καταγωγής της. Έχει τα χέρια στη συνηθισμένη σε μάρτυρες θέση: κρατάει σταυρό στο δεξί χέρι, ενώ έχει την παλάμη του αριστερού προς τα έξω, σε θέση σεβασμού. Φοράει κόκκινο χιτώνα με σταρόχρωμα περιβραχιόνια και επιμάνικα, κοσμημένο με χρυσούς κύκλους και δυτικά κρινάνθεμα. Ο γαλαζοπράσινος μανδύας με τη χρυσή και στολισμένη με μαργαριτάρια παρυφή, είναι ανοιχτός στο στήθος, καλύπτει τους ώμους και κλείνει μπροστά με πολύτιμη πόρπη. Ο λώρος, η χρυσοΰφαντη μεγάλου μήκους ταινία, έχει πράσινη φόδρα και είναι στολισμένος με πολύτιμες πέτρες και μαργαριτάρια. Περιελίσσεται γύρω από το σώμα της αγίας και διαμορφώνει γύρω από το λαιμό ένα είδος πλατύγυρου περιλαίμιου, ενώ, όπως συμβαίνει μετά τα μέσα του 11ου αι., είναι ραμμένος πάνω στο φόρεμά της, με ένα μόνο άκρο του να παραμένει ελεύθερο και να αναδιπλώνεται στον πήχη του αριστερού χεριού[17]. Τα μαλλιά της τυλίγονται μέσα σε χρυσό δίχτυ και από τα αυτιά της κρέμονται από χρυσό κρίκο με πολύτιμη κόκκινη πέτρα μακριά σκουλαρίκια, με τρεις ατρακτοειδείς πράσινες και κόκκινες πέτρες και μαργαριτάρια, ίδια μ’ αυτά που φορούν οι βυζαντινές γυναίκες με ανώτατα αξιώματα, όπως απεικονίζονται σε χειρόγραφα του 13ου και 14ου αι.[18] Το φραγκικό στέμμα της γράφεται μέσα σε μεγάλο χρυσό φωτοστέφανο που ορίζεται από μία απλή στικτή γραμμή.

Το αυστηρό πρόσωπο της αγίας είναι ωοειδές, με μεγάλα καστανά μάτια, τοξωτά φρύδια, μακριά μύτη, και στόμα μικρό με λεπτά χείλη (πίν. 3). Τα μάτια τονίζει διπλή κόκκινη πινελιά στο επάνω βλέφαρο, ενώ μία τονίζει την απόληξη της μύτης. Λευκή γραμμή σχηματίζεται κατά μήκος της σκιάς της μύτης. Ο προπλασμός είναι καστανός, και το σάρκωμα γίνεται ελαφρά ρόδινο στο λαιμό και στις παρειές. Πυκνές και λεπτές λευκές ψιμυθιές, που απλώνονται ακτινωτά ή σε παράλληλες καμπύλες, φωτίζουν με εξαιρετική επιδεξιότητα τα τονισμένα σημεία στο πλάσιμο της σάρκας. Βαθιές σκιές σχηματίζονται γύρω από το πρόσωπο, στον άξονα της μύτης και στο λαιμό. Οι πτυχές του χιτώνα είναι πλατιές και γεωμετρικές, με κτενιόσχημη απόληξη σε κάποια σημεία. Οι φωτισμένες επιφάνειες αποδίδονται με πιο ανοιχτό χρώμα.

Ο εικονογραφικός τύπος της ολόσωμης, όρθιας και μετωπικής αγίας Αικατερίνης με τα μαλλιά κλεισμένα σε δίχτυ έχει δημιουργηθεί στην Κρήτη, όπως αποδεικνύει η τοιχογραφημένη παράσταση της αγίας στο ναό των Εισοδίων της Θεοτόκου στο Σκλαβεροχώρι (αρχές 15ου αι.)[19].  Ο εικονογραφικός αυτός τύπος επαναλαμβάνεται σε όλη τη διάρκεια του 15ου αι., όπως στην εικόνα της ολόσωμης αγίας Αικατερίνης με την Παναγία στην Πάτμο, έργο του Αγγέλου[20] και σε  παραστάσεις της αγίας μέχρι την οσφύ, όπως στο περιθώριο εικόνας του Α. Ρίτζου στο Τόκιο[21], στο πλαίσιο  εικόνας της Παναγίας (β΄ μισό 15ου αι.) στο Μουσείο Μπενάκη[22], που αποδίδεται στο εργαστήριο του ίδιου ζωγράφου, καθώς και σε χαρτώο κώδικα του 1469 στη Βιβλιοθήκη της μονής Σινά (Στιχηράριον 1234, φ. 123ν)[23]. Επίσης, όμοια απεικονίζεται η αγία Αικατερίνη στην πάνω δεξιά γωνία εικόνας στη μονή Σινά με την παράσταση του αγίου Αντωνίου που πλαισιώνεται από προτομές αγίων. Το έργο είναι του κρητικού ζωγράφου ιερέως Δημητρίου και χρονολογείται στο τέλος του 15ου ή στις αρχές του 16ου αι.[24] Στην παράσταση εντυπωσιάζει η πανομοιότυπη οργάνωση και απόδοση της πτυχολογίας στους χιτώνες του αγίου Αντωνίου και της αγίας Αικατερίνης στην εικόνα που εξετάζουμε. Μία μεγάλη εικόνα του ίδιου ζωγράφου με το ίδιο θέμα συγκαταλέγεται στις εικόνες του ναού της Αγίας Αικατερίνης του Σινά στη Ζάκυνθο[25].

Το εικονογραφικό πρότυπο του 15ου αι., και περισσότερο την παράσταση του Αγγέλου στην εικόνα της Πάτμου, επαναλαμβάνει αργότερα μία μεγάλη αδημοσίευτη εικόνα της αγίας Αικατερίνης του μετοχίου του Σινά στη Ζάκυνθο, που χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 17ου αι[26]. Ο ίδιος εικονογραφικός τύπος της αγίας Αικατερίνης, αλλά με την προσθήκη του μανδύα στα ενδύματά της, που καλύπτει όμως, εκτός από το δεξί ώμο, και το στήθος αριστερά, βρίσκεται στη μικρογραφημένη παράσταση της αγίας στο πλαίσιο εικόνας της Παναγίας Οδηγήτριας στη μονή Σινά, έργο που αποδίδεται στο εργαστήριο του Ανδρέα Ρίτζου (β΄ μισό 15ου αι.)[27]. Ανάλογη διευθέτηση του μανδύα με αυτού της εικόνας μας βρίσκεται σε παλαιότερη παράσταση της αγίας Αικατερίνης στην πίσω όψη ψηφιδωτής εικόνας με την Άκρα Ταπείνωση (τέλος 13ου -  αρχές 14ου αι.), που βρίσκεται στη βασιλική Santa Croce di Gerusalemme στη Ρώμη[28].    
Οι σκηνές από τη ζωή της αγίας Αικατερίνης αναπτύσσονται σε δώδεκα μικρογραφημένες παραστάσεις, τοποθετημένες ανά έξι σε δύο στήλες, αριστερά και δεξιά του κεντρικού θέματος.

Όλα τα επεισόδια, εκτός από τη σκηνή του μαρτυρίου της αποκοπής των μαστών, εικονογραφούνται σύμφωνα με το Συναξάριο της αγίας. Η ιστορία του βίου της αγίας Αικατερίνης δημιουργήθηκε πιθανότατα στην Κωνσταντινούπολη, και απαντά για πρώτη φορά σε κοντάκιο του 9ου αι.[29]  Το βίο της αγίας Αικατερίνης έγραψε ο Συμεών ο Μεταφραστής (10ος αι.)[30]. Η μεταφορά στα ελληνικά έγινε το 1641 από τον Αγάπιο τον μοναχό[31]. Με μικρές παραλλαγές, ελληνικά έχουν γραφεί ακόμα τρία Μαρτυρολόγια, εκ των οποίων το ένα φέρεται ότι έγραψε ο ταχυγράφος Αθανάσιος, ο οποίος στο κείμενό του αυτοαποκαλείται υπηρέτης της αγίας Αικατερίνης[32]. Μαρτύρια σώζονται και στα λατινικά και ένα στα Αραβικά. Όλα τα Μαρτυρολόγια σε γενικές γραμμές συμφωνούν στα εξής: Γυνή τις ευσεβής, την κλήσιν Αικατερίνα, νέα την ηλικίαν, την όψιν περικαλλής, εκ βασιλικού γένους προηγμένη, πάσαν επελθούσα γραφήν…, ήταν  θυγατέρα του ηγεμόνα της Αλεξάνδρειας Κώνστα (ή Κέστου) και ζούσε στην Αλεξάνδρεια, όταν βασίλευε ο ειδωλολάτρης αυτοκράτορας Μαξέντιος (306-312). 

Η πολλά ωραία και εις το κάλλος αμίμητος Αικατερίνη είχε λάβει ελληνική παιδεία και γνώριζε ποίηση, φιλοσοφία, ιατρική, ρητορική. Αντιδρώντας στις πιέσεις των γονέων της για γάμο, δήλωσε ότι θα λάβει ως σύζυγο μόνον έναν όμοιό της στην ευγένεια, τον πλούτο, τη σοφία και την ωραιότητα. Με την προτροπή της μητέρας της, που ήταν κρυφά χριστιανή, επισκέφθηκε έναν ασκητή που ζούσε κρυμμένος έξω από την πόλη. Ο γέροντας έδωσε στη νέα μία εικόνα με την παράσταση της Παναγίας Βρεφοκρατούσας. Η Αικατερίνη επισκέφθηκε εκ νέου τον ασκητή και, αφού κατηχήθηκε, έλαβε το άγιο Βάπτισμα και νυμφεύθηκε το Χριστό: ... Χριστόν μόνον ειδυία νυμφίον, και τω της ψυχής αυτώ κάλλος τηρούσα, και μόνω τον έρωτα της καρδίας ανάπτουσα. Όταν με εντολή του Μαξέντιου όλη η πόλη θυσίαζε στα είδωλα, η αγία παρουσιάστηκε στον αυτοκράτορα και τον επέκρινε αυστηρά για τις θυσίες. Τότε, ο Μαξέντιος, αφού φυλάκισε την αγία, κάλεσε πενήντα ρήτορες να αντιπαρατεθούν με τη σοφή γυναίκα. Όταν η Αικατερίνη κατατρόπωσε τον ικανότερο από αυτούς, οι υπόλοιποι όχι μόνον παραιτήθηκαν από τον αγώνα, αλλά και μυήθηκαν στο χριστιανισμό. Οι ρήτορες με διαταγή του αυτοκράτορα κάηκαν στην πυρά, αφού πριν η αγία έβαλε στον καθένα την του Χριστού σφραγίδα. Τα λείψανά τους βρέθηκαν ακέραια, μηδέ τρίχα τούτων υπό της φλογός όλως αναλωθήναι (17 Νοεμβρίου). 

Η αγία υποβλήθηκε στο μαρτύριο του ραπίσματος με βούνευρα (νεύρα βοών) και κλείστηκε στη φυλακή χωρίς τροφή και νερό για δώδεκα ημέρες, όπου της έφερνε τροφή ένα περιστέρι. Η βασίλισσα Φαυστίνα με τον άρχοντα Πορφυρίωνα και με συνοδεία διακοσίων στρατιωτών επισκέφθηκαν κρυφά την αγία και αφού χρημάτισαν τους φρουρούς και συνομίλησαν μαζί της, πίστεψαν στον Χριστό. Επειδή, παρά τα βασανιστήρια και τις πιέσεις, η πίστη της αγίας παρέμενε ακλόνητη, την υπέβαλαν στο μαρτύριο του τροχού. Μετά από θαυματουργική επέμβαση αγγέλων, η αγία λύθηκε από τα δεσμά της, ενώ πολλοί από τους βασανιστές της σκοτώθηκαν από την ανεξέλεγκτη τροχιά του οργάνου του μαρτυρίου. Η επίδειξη συμπόνιας από τη βασίλισσα για το βασανισμό της Αικατερίνης εξαγρίωσε τον Μαξέντιο, ο οποίος, αφού υπέβαλε τη γυναίκα του στο μαρτύριο της αποκοπής των μαστών, τελικά διέταξε και τον αποκεφαλισμό της (23 Νοεμβρίου). Την επόμενη ημέρα αποκεφαλίστηκαν ο Πορφυρίων και οι διακόσιοι στρατιώτες του. Τέλος, η αγία μεταφέρθηκε έξω από την πόλη, όπου αποκεφαλίστηκε (25 Νοεμβρίου του έτους 305). Άγγελοι μετέφεραν το σεβάσμιο λείψανο στο όρος Σινά, όπου το ενταφίασαν.

Στην ωραία, με αφηγηματικό χαρακτήρα, εικόνα της αγίας Αικατερίνης οι σκηνές έχουν χρονική αλληλουχία και κινούνται διαδοχικά από αριστερά προς τα δεξιά, ανά δύο οι τέσσερις πρώτες και ανά μία οι υπόλοιπες:
1. Η επίσκεψη της αγίας στο γέροντα ασκητή (πίν. 4).
Η επιγραφή διατηρείται αποσπασματικά: Η ΑΓΙΑ …  // ΛΑΜΒΑ …  
Η αγία Αικατερίνη παραλαμβάνει εικόνα με την παράσταση της Παναγίας Γλυκοφιλούσας, την οποία της προσφέρει ο ηλικιωμένος ασκητής που φοράει μοναχικό κουκούλιο και προβάλλει από το ορθογώνιο παράθυρο κτιρίου. Πίσω της, στέκονται συνομιλώντας δύο γυναίκες της συνοδείας της. Στο χρυσό βάθος προβάλλει απόκρημνη βουνοκορφή. Το δάπεδο είναι πράσινο.
Η ζωγραφική έχει καταστραφεί στο επάνω τμήμα της παράστασης, και περισσότερο στην αριστερή πλευρά της, όπου σώζεται μικρό μόνο μέρος της απεικόνισης της δεύτερης συνοδού της αγίας.    
Η παράσταση αναφέρεται στη μύηση της αγίας στο χριστιανισμό και το μυστικό αρραβώνα της με τον Χριστό. Ο αρραβώνας είναι γνωστός στη βυζαντινή παράδοση ήδη από τον 11ο αι., καθώς μαρτυρούν χειρόγραφα της ίδιας εποχής που αφηγούνται το μαρτύριό της, ενώ στη Δύση μεταφέρεται από τα τέλη του 13ου ή τις αρχές του 14ου αι. Σε ελληνικό κείμενο αναφέρεται το 1641, στον «Παράδεισο του Αγαπίου Λάνδου»[33].
Στην παλαιολόγεια ζωγραφική δεν είναι γνωστή ανάλογη παράσταση και το πρότυπό της πρέπει να αναζητηθεί μάλλον στη δυτική ζωγραφική του 14ου αι.[34] Η πρώτη σκηνή της εικόνας μας, καθώς και η τρίτη αριστερά με τους ρήτορες που καίγονται στην πυρά, είναι σχεδόν όμοιες εικονογραφικά με τις ανάλογες σκηνές που σώζονται αποσπασματικά στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών και έχουν αποδοθεί σε κρητικό εργαστήριο του 15ου αι.[35] Οι διαφορές εντοπίζονται στη θέση και το μέγεθος των βουνοκορφών που στην παράσταση του Βυζαντινού Μουσείου είναι χαμηλότερες και απεικονίζονται κάτω δεξιά, σε πρώτο επίπεδο, καθώς και στο κτίσμα που στην εικόνα της Ζακύνθου είναι μεγαλύτερο και έχει αποδοθεί με προοπτική.

2. Η αγία μπροστά στον βασιλιά Μαξέντιο καθυβρίζει τα είδωλα (πίν. 5).
Η επιγραφή διατηρείται αποπασματικά: Η ΑΓΙΑ ΚΑΘΥΒΡΙ[ΖΕΙ] ΤΑ ...
Ο βασιλιάς Μαξέντιος και οι άνδρες που συνωστίζονται πίσω του είναι γονατιστοί επάνω σε βαθυπράσινο μαρμάρινο δάπεδο και θυσιάζουν στα είδωλα. Στο βάθος, δύο νεαροί άνδρες όρθιοι σαλπίζουν. Από την ανοιχτή στενή πλευρά ορθογώνιου βάθρου προβάλλει ρόδινος πεσσός με κιονίσκο, πάνω στον οποίο με δυσκολία διακρίνεται ένα άγαλμα. Δύο είδωλα, μετά την επικριτική επέμβαση της αγίας, κατακρημνίζονται από το ναό. Η παράσταση της πτώσης ειδώλων από κίονες ύστερα από τη θαυματουργική επέμβαση αγίων είναι διαδεδομένη στη βυζαντινή ζωγραφική και εντάσσεται σε βιογραφικές εικόνες αγίων, συνηθέστερα του αγίου Νικολάου[36]. Το θέμα αναπτύσσεται και στην τοιχογραφημένη παράσταση του 15ου αι. στο ναό της Αγίας Αικατερίνης στη Ρόδο, στην οποία απεικονίζεται η αγία να στρέφει το κεφάλι προς τα πίσω, όπως στην εικόνα της Ζακύνθου[37].

3. Η αγία μεταφέρεται στα βασίλεια (πίν. 6).
Η επιγραφή είναι κατεστραμμένη.
Η αγία Αικατερίνη, συνοδευόμενη από δύο στρατιώτες που κρατούν λόγχες, στέκεται μπροστά στον βασιλιά, ο οποίος κάθεται σε ξύλινο θρόνο με μαξιλάρι και υποπόδιο. Η στάση των χεριών τους υποδηλώνει τον μεταξύ τους διάλογο. Ένας τρίτος στρατιώτης στέκεται πίσω από τον Μαξέντιο. Κρατάει μεγάλο σπαθί και φοράει εντυπωσιακή περικεφαλαία που το ανάγλυφό της μιμείται φύλλα άκανθας. Τα ενδύματα των στρατιωτών και ο θρόνος κοσμούνται πλούσια με χρυσογραφίες. Η σκηνή εκτυλίσσεται μπροστά σε εξώστη με μαρμάρινους κίονες και μπλε στέγη.

4. Η αγία συνομιλεί με τους ρήτορες (πίν. 7).
Η επιγραφή διατηρείται αποσπασματικά: … ΘΕ … ΛΟΓΟΙC.
Η σκηνή εκτυλίσσεται μπροστά σε επιβλητικό κτίριο που αποδίδεται με προοπτική. Από τις στέγες του κρέμεται κόκκινο ύφασμα, που προβάλλεται στο χρυσό βάθος. Δεξιά, όρθια η αγία Αικατερίνη είναι στραμμένη προς την ομήγυρη των ρητόρων και τον βασιλιά, που κάθεται σε φαρδύ ξύλινο θρόνο με μαξιλάρι, καταλαμβάνοντας το μεγαλύτερο τμήμα της παράστασης. Πυκνές χρυσογραφίες κοσμούν το θρόνο του βασιλιά και τα έδρανα που κάθονται οι ρήτορες. Όλα τα πρόσωπα απεικονίζονται με χειρονομίες διαλόγου.

5. Οι ρήτορες καίγονται στην πυρά (πίν. 8, 9).
Η επιγραφή διατηρείται σχεδόν ακέραιη: ΟΙ Ρ[Η]ΤΟΡΕC ΕΜΒΑΛΛ[ΟΝΤΑΙ ΕΙC ΤΗΝ ΚΑ]ΜΙΝΟΝ ΤΟΥ ΠΥΡΟC.
Με εντολή του Μαξέντιου, καθένας από τους πενήντα ρήτορες, που πίστεψαν στον Χριστό μετά το διάλογο που είχαν με την αγία Αικατερίνη, ωθούνται από ένα νεαρό δούλο μέσα στο φλεγόμενο καμίνι. Αριστερά, συνωστίζονται στρατιώτες που επιτηρούν την εκτέλεση του μαρτυρίου, ενώ δεξιά στέκονται οι υπόλοιποι ρήτορες.
Η παράσταση παρουσιάζει στενή εικονογραφική συγγένεια με την ανάλογη σκηνή που σώζεται στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών[38]. Ειδικότερα, πανομοιότυπα απεικονίζεται ο άνδρας που μπαίνει στο καμίνι και η κίνηση του νεαρού που τον ωθεί. Σχεδόν όμοια είναι τα κράνη και οι στολές των στρατιωτών, ενώ σε κάποιους ρήτορες αναγνωρίζονται τα ίδια φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά.   
Η εικονογραφία της παράστασης επαναλαμβάνεται και σε μεταγενέστερη εικόνα του Μουσείου Αντιβουνιώτισσας στην Κέρκυρα με θέμα: Το θαύμα των κολλύβων και σκηνές του βίου του αγίου Θεοδώρου, που έχει χρονολογηθεί στα τέλη του 16ου ή αρχές του 17ου αι., και συγκεκριμένα στη σκηνή του μαρτυρίου του αγίου, την οποία παρακολουθούν μόνον οι τρεις στρατιώτες[39].

6. Ευσεβείς άνδρες παραλαμβάνουν άθικτα τα σώματα των ρητόρων (πίν. 10).
Η επιγραφή διατηρείται: ΑΝΔΡΕC ΕΥΛΑΒΕΙC ΕΚΒΑΛΟΥCΙΝ ΤΑ CΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΡΙΤΟΡΩΝ ΕΚ ΤΗC ΚΑΜΙΝΟΥ.
Νεαρός άνδρας βγάζει από το καμίνι τα σώματα των ρητόρων, τα οποία θαυματουργικά είχαν μείνει άθικτα από τη φωτιά. Τη σκηνή παρακολουθούν δύο στρατιώτες και ένας αξιωματικός με εντυπωσιακή ανάγλυφη χρυσή περικεφαλαία. Όλοι φορούν χρυσοποίκιλτες στολές. Η σπάνια παράσταση υπάρχει και σε εικόνα της Αγίας Αικατερίνης με σκηνές του βίου της που βρίσκεται στο ναό της Παναγίας των Ξένων στην Κέρκυρα και έχει αποδοθεί σε ικανό και εκλεκτικό κρητικό ζωγράφο του 16ου αι.[40]  
   
7. Η βασίλισσα με τον Πορφυρίωνα επισκέπτονται την αγία στη φυλακή (πίν. 11).
Η επιγραφή διατηρείται αποσπασματικά: Η ΑΓΙΑ ΕΝ ΤΙ ΦΥΛΑ[ΚΗ] … ΕΝ Χ(ΡΙCΤ)Ω ΠΙCΤΙΝ ΤΗΝ ΒΑCΙΛΙCΑΝ // … ΠΟΡΦΥ // … ΝΟC.
Η αγία Αικατερίνη και η βασίλισσα απεικονίζονται έως τη μέση, πίσω από το σιδηρόφρακτο παράθυρο της φυλακής, που έχει τη μορφή πύργου. Έξω, μπροστά τους, γονατίζει ο Πορφυρίων, ενώ τη σκηνή παρακολουθούν στρατιώτες, που στέκονται πίσω αριστερά. Η παράσταση πρωτοτυπεί ως προς την απεικόνιση και των δύο γυναικών μέσα στη φυλακή.    
8. Η βασίλισσα και οι στρατιώτες αποκεφαλίζονται (πίν. 12).
Η επιγραφή διατηρείται αποσπασματικά: … ΑΥΓΟΥCΤΑ ΜΕΤ …
Αριστερά, εικονίζεται η βασίλισσα γονατιστή με τα χέρια σε δέηση, ενώ δεξιά, με λευκά ρούχα, ο Πορφυρίων, σκυφτός, και οι στρατιώτες του με δεμένα τα μάτια και τα χέρια, λίγο πριν αποκεφαλιστούν από τους δύο στρατιώτες που στέκονται με υψωμένα τα μεγάλα σπαθιά τους.
Παρότι, σύμφωνα με το συναξάριο της αγίας, ο αποκεφαλισμός της βασίλισσας προηγήθηκε από αυτόν του Πορφυρίωνα και των στρατιωτών του, ο καλλιτέχνης, πιθανά για οικονομία χώρου, αποτύπωσε τα δύο μαρτύρια στην ίδια σκηνή.

9. Η αγία υποβάλλεται στο μαρτύριο της αποκοπής των μαστών (πίν. 13).
Η επιγραφή διατηρείται αποσπασματικά: Η ΑΓΙΑ ΤΕΜΝΟΜΕΝΗ…
Η αγία εικονίζεται στο μέσον της παράστασης όρθια με γερμένο το κεφάλι και τα χέρια δεμένα πίσω στην πλάτη. Το φόρεμά της είναι κατεβασμένο έως τους γοφούς. Οι δύο βασανιστές που στέκονται αριστερά και δεξιά της κρατούν με το αριστερό χέρι τους μαστούς, ενώ με το δεξί κρατούν τα όργανα του μαρτυρίου.
Σύμφωνα με το βίο της αγίας Αικατερίνης, το μαρτύριο της αποκοπής των μαστών υφίσταται η βασίλισσα, ενώ η αγία δέρνεται με βούνευρα, όπως στις περισσότερες βιογραφικές εικόνες της. Όμοια σχεδόν εικονογραφικά με το μαρτύριο της αποκοπής των μαστών παριστάνεται σε αφηγηματικές σκηνές βίου αγίων το μαρτύριο της ξέσεως, το οποίο επίσης δεν αναφέρεται στα Μαρτυρολόγια της αγίας Αικατερίνης: ο μάρτυρας έχει τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα ή πάνω από το κεφάλι του, με το ένδυμα κατεβασμένο έως τους μηρούς και οι δήμιοι κρατούν τα όργανα του μαρτυρίου που είναι αιχμηρά αγροτικά εργαλεία. Το αρχαιότερο γνωστό παράδειγμα στον εικονογραφικό κύκλο της αγίας Αικατερίνης με το μαρτύριο της ξέσεως είναι η τοιχογραφημένη παράσταση στο ναό της Αγίας Αικατερίνης στην πόλη της Ρόδου, που χρονολογείται στο 15ο αι.[41] Ο ζωγράφος της εικόνας μας, παρότι φαίνεται να γνωρίζει καλά τα του βίου της αγίας, αφού εικονογραφεί ακόμα και δευτερεύοντα επεισόδια, όπως την περισυλλογή για ενταφιασμό των άθικτων από τη φωτιά σωμάτων των ρητόρων, εντάσσει στις σκηνές ένα σύνηθες στην εικονογραφία άλλων αγίων παρθένων γυναικών μαρτύριο, το οποίο, όμως, δεν συγκαταλέγεται στα μαρτύρια της αγίας Αικατερίνης, όπως αυτά περιγράφονται στο κύριο Μαρτυρολόγιό της. Πιθανότατα, η σκηνή περιλαμβανόταν στο πιθανό πρότυπο του ζωγράφου μας ή αποτελεί προϊόν σύγχυσης, δεδομένου ότι στους κύκλους βίων άλλων παρθένων μαρτύρων παριστάνεται εναλλακτικά είτε το μαρτύριο της ξέσεως, είτε αυτό της αποκοπής των μαστών[42]. Επίσης, δεν συγκαταλέγεται στα επεισόδια από το βίο της αγίας που η εικονογραφία τους είναι διαδεδομένη στη Δύση[43].

10. Η αγία υποβάλλεται στο μαρτύριο του τροχού (πίν. 14).
Η επιγραφή διατηρείται αποσπασματικά: ΑΝΓΓΕΛΟC ΚΥΡΙΟΥ … ΕΚ ΤΟΥ ΤΡΟΧΟΥ [Α]ΒΛΑΒΗC.  
Η αγία Αικατερίνη εικονίζεται ημίγυμνη, με λυμένα τα μαλλιά και δεμένη με χοντρά σκοινιά πάνω στον τροχό του μαρτυρίου, που περιστρέφεται από έναν άνδρα[44]. Δύο άγγελοι πετούν κοντά. Ο ένας αριστερά καταστρέφει με το ξίφος του τον τροχό, ενώ ο δεύτερος δεξιά λύνει τα δεσμά της αγίας. Έκπληξη και πανικός αποτυπώνεται στις κινήσεις των τριών στρατιωτών που βρίσκονται κοντά στον τροχό, πολλοί από τους οποίους -σύμφωνα με το συναξάριο της αγίας- σκοτώθηκαν. 
   
11. Ο αποκεφαλισμός της αγίας (πίν. 15).
Η επιγραφή δεν διατηρείται.
Ο δήμιος με υψωμένο το τεράστιο ξίφος του στο δεξί χέρι και κρατώντας το θηκάρι με το αριστερό είναι έτοιμος να αποκεφαλίσει την αγία Αικατερίνη, που είναι γονατιστή και έχει τα χέρια σε δέηση[45]. Η σκηνή του μαρτυρίου εξελίσσεται μπροστά από δύο ορεινούς όγκους, όπως συνηθίζεται στη βυζαντινή και τη μεταβυζαντινή ζωγραφική. Αριστερά, όπου η ζωγραφική επιφάνεια έχει καταστραφεί, μόλις διακρίνεται η παρουσία ενός ακόμη στρατιώτη, που με το δεξί χέρι στηρίζει το σπαθί του στο έδαφος. Στην άκρη, δεξιά, αποτυπώνεται η μοναδική ένδειξη βλάστησης: ένα δέντρο με χρυσοκονδυλιές στον καφέ κορμό και στο πράσινο θαλερό φύλλωμά του.     

12. Η μεταφορά και η κήδευση του λειψάνου της αγίας από αγγέλους στο Σινά (πίν. 16).
Η επιγραφή διατηρείται σχεδόν ακέραιη: Η ΑΓΙΑ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΑ ΥΠΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡ/ΕΙΑ ΚΥΔΕΥΕΤΑΙ ΕΝ ΤΩ CΙΝΑ …ΟΝΩ…
Δύο άγγελοι, με κόκκινο χρυσοκόσμητο φόρεμα, αυτοκρατορικό λώρο και χρυσά υποδήματα, ακουμπούν με ευλάβεια το σεπτό λείψανο της αγίας πάνω σε μαρμάρινη ρόδινη λάρνακα, μετά τη μεταφορά του από την Αλεξάνδρεια στο όρος Σινά, του οποίου μία απόκρημνη κορυφή υψώνεται στο χρυσό βάθος.
Στην παράσταση εντυπωσιάζει η μοναδική και ρεαλιστική απόδοση του κλεισμένου τραύματος στο λαιμό της αγίας. Ο ζωγράφος εμπνεύστηκε, ίσως, από την προσευχή-παράκληση της αγίας προς τον Χριστό, λίγο πριν τον αποκεφαλισμό της, όπως αναφέρεται στο Συναξάριο:…αλλ’ οις υπέρ σου εξέχεον αίμασι, τούτοις τας εμας κηλίδας απόπλυνον. Δος δε και το υπερ σου κατακοπέν τούτο σώμα μου γενέσθαι τοις ζητούσιν αθέατον…
Και οι δύο παραδόσεις, ανατολική και δυτική, αναφέρουν ότι άγγελοι μετέφεραν το σώμα της από τον τόπο του μαρτυρίου της στην Αλεξάνδρεια σε κορυφή του όρους Σινά[46].
Το μοναστήρι του Σινά  είχε ιδρυθεί από τον Ιουστινιανό (527-565) και αρχικά ήταν αφιερωμένο στην Παναγία. Από το 13ο αι. -και ύστερα από τη μεταφορά κατά το 10ο αι. του λειψάνου της αγίας, που εντοπίστηκε από μοναχούς στην ψηλότερη κορυφή του όρους Σινά στη βασιλική της μονής- μνημονεύεται ως Μονή της Αγίας Αικατερίνης[47].
Η παράσταση είναι όμοια εικονογραφικά με αυτήν σε τρίπτυχο του 16ου αι. της Μονής Σινά, που επιγράφεται: Η ΑΓΙΑ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΥΔΕΥΟΜΕΝΗ ΥΠΟ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ[48].
Σε όλες τις σκηνές, που εκτυλίσσονται σε χρυσό βάθος, η αγία Αικατερίνη φοράει κόκκινο βασιλικό ένδυμα με χρυσά περιβραχιόνια, επιμάνικα και λώρο, που κοσμούνται με πολύτιμους λίθους. Τα μαλλιά της είναι τυλιγμένα σε χρυσοποίκιλτο δίχτυ, εκτός από τη σκηνή του μαρτυρίου στον τροχό, που είναι λυτά. Το κεφάλι της περιβάλλει φωτοστέφανος και κοσμεί κορόνα.
Τα γυμνά μέρη των μορφών πλάθονται με βαθύ καστανό προπλασμό. Στα πρόσωπα λευκές πινελιές τονίζουν τις φωτισμένες επιφάνειες (πίν. 9). Οι πτυχώσεις των ενδυμάτων διαφέρουν από τις πτυχώσεις της κεντρικής μορφής και αποδίδονται πιο μαλακές.
Στις σκηνές επαναλαμβάνονται με μικρές διαφοροποιήσεις εικονογραφικοί τύποι που δημιουργήθηκαν στην Κρήτη κατά το 15ο αι. Χαρακτηριστική είναι η εικονογραφική ομοιότητα της στολής και της στάσης του δήμιου στη σκηνή του αποκεφαλισμού της αγίας Αικατερίνης (πίν. 15) με την παράσταση του αγίου Θεοδώρου του Τήρωνα δρακοντοκτόνου, έργο του Αγγέλου (μέσα 15ου αι.) στο Βυζαντινό Μουσείο[49]. Στενή εικονογραφική συγγένεια παρουσιάζει επίσης, η μορφή της γυναίκας συνοδού της αγίας, στην πρώτη σκηνή της εικόνας μας (πίν. 4), με την αγία Άννα, όπως αποδίδεται στις παραστάσεις της Υπαπαντής, και ιδιαίτερα σε εικόνα του τέλους του 15ου αι. στην Πάτμο[50]. Με την τελευταία παράσταση υπάρχουν και δευτερεύοντα κοινά στοιχεία, όπως οι κίονες από βαθυπράσινο μάρμαρο με τα ανάγλυφα κιονόκρανα που απεικονίζονται στην πρώτη δεξιά σκηνή (πίν. 6). Τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά, οι στάσεις και τα ενδύματα πολλών από τα πρόσωπα που απεικονίζονται στις σκηνές αναγνωρίζονται σε γνωστές παραστάσεις του 15ου αι. Στη σκηνή της πτώσης των ειδώλων (πίν. 5), οι δύο σαλπιγκτές, αλλά και τα πρόσωπα του βασιλιά, της βασίλισσας και των συνοδών τους, συγγενεύουν εικονογραφικά με τους δύο σαλπιγκτές και την ομάδα των προσώπων που παρακολουθεί τη δρακοντοκτονία σε εικόνα του Αγίου Γεωργίου στη Βενετία, που χρονολογείται στο πρώτο μισό του 15ου αι.[51] Επίσης, όμοια αποδίδονται ο πύργος και οι επάλξεις του, με τον πύργο της φυλακής στη σκηνή της επίσκεψης της Φαυστίνας στη φυλακισμένη αγία (πίν. 11), ενώ ακριβώς ίδια είναι ντυμένη η βασίλισσα στην εικόνα της Βενετίας με την αγία Αικατερίνη στην εικόνα μας. Οι χρυσοποίκιλτοι μεταλλικοί θώρακες των στρατιωτών, με τα γεωμετρικά και φυτικά θέματα, οι κοντοί αλυσιδωτοί χιτώνες και οι μανδύες είναι στοιχεία που αντλούνται από παραστάσεις στρατιωτικών αγίων που δημιουργήθηκαν στην Κρήτη από σημαντικούς ζωγράφους του 15ου αι., οι οποίοι ενσωμάτωσαν στα έργα τους στοιχεία της ιταλικής τέχνης του 14ου και 15ου αι.[52] Τις δυτικές περικεφαλαίες, τα κράνη και τις κάσκες των στρατιωτών στην εικόνα της αγίας Αικατερίνης φορούν και οι στρατιώτες σε έργο του Νικολάου Τζαφούρη με την παράσταση του Ελκομένου στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης (δεύτερο μισό του 15ου αι.)[53]. Χρυσές και αργυρές περικεφαλαίες, με ανάγλυφη διακόσμηση που μιμείται ακανθόφυλλα, φορούν κάποιοι στρατιώτες στην εικόνα της Αγίας Αικατερίνης (πίν. 6, 10, 14). Ανάλογη χρυσή περικεφαλαία φοράει ο ψηλότερος άνδρας του ομίλου αριστερά στην παράσταση Η Εις Άδου Κάθοδος σε εικόνα του Μουσείου Μπενάκη (μέσα 15ου αι.)[54] και όμοια ένας στρατιώτης σε δύο εικόνες με το μαρτύριο του  Αγίου Δημητρίου, εκ των οποίων η μία βρίσκεται στη Βενετία (15ος-16ος αι.)[55] και η δεύτερη στη μονή Σινά (τέλος 16ου αι.)[56]. Το θέμα επαναλαμβάνει ο ζωγράφος Γεώργιος Κορτεζάς στις πρώτες δεκαετίες του 17ου αι. σε εικόνα του Μουσείου Μπενάκη[57]. Στις παραστάσεις το δάπεδο είναι πράσινο και μόνο στη σκηνή του αγώνα με τους ρήτορες είναι από  πράσινο μάρμαρο. Οι βραχώδεις απόκρημνοι όγκοι πλάθονται με τόνους της ώχρας. Στα αρχιτεκτονήματα του βάθους, που αποδίδονται με λευκόφαιο, γκριζωπό και ρόδινο χρώμα, ο ζωγράφος συνδυάζει παλαιολόγεια στοιχεία που έχουν υιοθετηθεί από την κρητική ζωγραφική του 15ου αι., όπως τα πολυτελή κόκκινα υφάσματα απλωμένα από τις στέγες ή δεμένα σε κίονες και τα ανάγλυφα που διακοσμούν τους τοίχους, με στοιχεία της ιταλικής τέχνης, όπως η απόδοση των κτιρίων με προοπτική. Στα χρώματα κυριαρχούν οι αποχρώσεις του κόκκινου, του μπλε και της ώχρας, ενώ χρησιμοποιούνται και δυτικές προσμείξεις, προκειμένου να αποδοθεί το πράσινο ή φωτεινότερο το κόκκινο. Όλες οι σκηνές έχουν αποδοθεί επιδέξια, με σαφήνεια στο σχέδιο και μικρογραφική ικανότητα.  
Η αγία Αικατερίνη, ο άγιος Νικόλαος και ο άγιος Παντελεήμονας, είναι οι άγιοι που λατρεύτηκαν ιδιαίτερα, τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση. Στη βυζαντινή εικονογραφία -αντίθετα από ό,τι συμβαίνει στη δυτική τέχνη- σπάνιες είναι οι παραστάσεις με σκηνές από το βίο της αγίας Αικατερίνης, η οποία συνήθως απεικονίζεται ολόσωμη ή στηθαία, ντυμένη αυτοκρατορικά. Μία πρώιμη απεικόνιση επεισοδίου από τη ζωή της είναι αυτή του διαλόγου της αγίας με τους ρήτορες μπροστά στον βασιλιά. Βρίσκεται στο προερχόμενο από τη μονή Στουδίου Ψαλτήρι του Λονδίνου Add. 19352 του 1066. Συχνότερα παριστάνεται η σκηνή της αποτομής στα μηνολόγια, όπως στο Μηνολόγιο του Βασιλείου, που χρονολογείται περίπου στο 1000[58].
Το παλαιότερο γνωστό έργο με την παράσταση της αγίας Αικατερίνης πλαισιωμένης με δώδεκα σκηνές του μαρτυρίου της είναι η βιογραφική εικόνα της αγίας στο μοναστήρι του Σινά, που χρονολογείται στις αρχές του 13ου αι.[59] Στα τέλη του ίδιου αιώνα, χρονολογείται και μία εικόνα του Εθνικού Μουσείου di San Matteo στην Πίζα της Ιταλίας, με την αγία Αικατερίνη στο κέντρο και σκηνές από τη ζωή της στα δύο πλάγια πλαίσια[60]. Στο 15ο αι., ο εικονογραφημένος κύκλος της αγίας Αικατερίνης βρίσκεται στο τοιχογραφημένο νότιο κλίτος του ομώνυμου ναού της μεσαιωνικής πόλης της Ρόδου[61]. Από την εικόνα του Βυζαντινού Μουσείου (δεύτερο μισό 15ου αι.) σώζονται μόνο οι δύο σκηνές, οι οποίες προφανώς βρίσκονταν στο πλαίσιο μεγάλης εικόνας με κεντρικό θέμα την παράσταση της ολόσωμης αγίας Αικατερίνης[62]. Ο βιογραφικός κύκλος της Αγίας Αικατερίνης απαντάται, όχι συχνά, και σε μεταγενέστερες παραστάσεις, όπως στην εικόνα του 16ου αι. στο ναό της Παναγίας των Ξένων στην Κέρκυρα[63], σε φορητή εικόνα της Ι.Μ. Κουτλουμουσίου που χρονολογείται γύρω στο 1600 (εννέα σκηνές)[64], σε εικόνα της συλλογής Λάτση που αποδίδεται σε κρητικό εργαστήριο του πρώτου μισού του 17ου αι. και στην οποία η αγία παρίσταται κεφαλοφόρος (έξι σκηνές)[65], σε έργο του Κωνσταντίνου Τζάνε που χρονολογείται στο β΄ μισό 17ου αι. στο Μουσείο Μπενάκη (οκτώ σκηνές)[66] και σε αδημοσίευτη εικόνα από το ναό της Αγίας Αικατερίνης του Γρυπάρη στη Ζάκυνθο, σήμερα στο Μουσείο Ζακύνθου (Μ.Ζ. 401), που μπορεί να χρονολογηθεί στο τέλος του 17ου αι. (έξι σκηνές).
Η εικόνα της αγίας Αικατερίνης από τον ομώνυμο ναό της Ζακύνθου έχει εκτελεστεί με μεγάλη δεξιότητα και τους τρόπους των κρητικών εικόνων του 15ου αι. Η τεχνική επεξεργασία του προσώπου με το μαλακό πλάσιμο, τις απαλές διαβαθμίσεις του καστανού προπλασμού και του ανοικτότερου σαρκώματος, με τα πυκνά παράλληλα γραμμικά φώτα στις επιφάνειες του προσώπου είναι χαρακτηριστικό μιας ορισμένης κατηγορίας έργων του ζωγράφου Αγγέλου. Ειδικότερα, η τεχνική εκτέλεση στο πρόσωπο της αγίας Αικατερίνης έχει στενή σχέση με αυτή στο πρόσωπο της Παναγίας σε εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής στη Μονή Οδηγήτριας στην Κρήτη[67]. Σε σύγκριση με τα έργα του Αγγέλου, στην εικόνα της αγίας Αικατερίνης το πλάσιμο του προσώπου είναι πιο σκληρό, τα λευκά φώτα λιγότερο εύκαμπτα και η απόδοση της πτυχολογίας πιο σχηματική. Κυρίως, όμως, οι διαφορές εντοπίζονται στο ύφος. Τα τεχνοτροπικά και εικονογραφικά στοιχεία που αναλύθηκαν, σε συνδυασμό με την άρτια εκτέλεση της εικόνας, συνηγορούν για την απόδοσή της σε κρητικό εργαστήριο και τη χρονολόγησή της γύρω στο 1500. Η εικόνα της αγίας Αικατερίνης αποτελεί ένα από τα παλαιότερα δείγματα εικόνων με τον εικονογραφικό κύκλο της αγίας στη μεταβυζαντινή ζωγραφική και προστίθεται στον πενιχρό κατάλογο των έργων που χρονολογούνται στον ίδιο αιώνα.    




























* Το θέμα αυτής της εργασίας, που περιλαμβάνεται σε μία έκδοση αφιερωμένη στον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β΄, συνδέεται διπλά με τη ζωή και το έργο του: στη μονή Αγίας Αικατερίνης Σινά εκάρη μοναχός, ενώ λίγο αργότερα ήταν υπεύθυνος του σιναϊτικού μετοχίου της Ζακύνθου˙ το αδιάλειπτο ενδιαφέρον του και η σημαντική συμβολή του στη συντήρηση, διαφύλαξη και ανάδειξη των κινητών και ακινήτων μνημείων της Ζακύνθου έχει   εμπράκτως αποδειχθεί.  
[1] Λεωνίδας Χ. Ζώης, Ναός και Μονή εν Ζακύνθω, Μετόχιον της εν τω Αγίω Όρει του Σινά Μονής της Αγίας Αικατερίνης, Κρητικά Χρονικά, τόμος Θ΄, 1955, σ. 512.
[2] «… δια να εξουσιάζεται … από τον πανοσιότατον και άγιον ιερομόναχον και πνευματικόν πατέρα κ. Κλήμεντα Κανάκη τω εκ Κρήτης ηγούμενον του νυν μοναστηρίου και της Υπεραγάθου, …». Λεωνίδας Χ. Ζώης, ό.π., σ. 515.
[3] Στη Ζάκυνθο είναι ελάχιστα τα παραδείγματα ναών με στοές εξωτερικά: στα καθολικά των Ι.Μ. Παναγίας Αναφωνήτριας και Παναγίας Σπηλιώτισσας, στους ναούς του Αγίου Σπυρίδωνα στο Αργάσι, του κατεστραμμένου σήμερα Αγίου Κωνσταντίνου, του ερειπωμένου Αγίου Δημητρίου στο Μελινάδο. 
[4] Λ. Χ. Ζώης, ό.π., σ. 513-515.
[5] Μαρία Καζανάκη, Εκκλησιαστική Ξυλογλυπτική στον Χάνδακα το 17ο αιώνα. Νοταρικά έγγραφα (1606-1642), Θησαυρίσματα, τόμος 11, Βενετία 1974, σ. 253-254. Ντίνος Κονόμος, Ζάκυνθος, Πεντακόσια Χρόνια (1478-1978), Θρησκευτική τέχνη. Αρχιτεκτονική – Ξυλογλυπτική – Αργυρογλυπτική, τόμος πέμπτος, τεύχος Β΄, Αθήνα 1989, σ. 48-54.
[6] Πολλές εικόνες έχουν δημοσιευτεί σε καταλόγους και επιστημονικά περιοδικά: οι Τρεις Ιεράρχες, το Μη μου Άπτου και το πέτασμα της Ωραίας Πύλης (Θεοτόκος «Η τιμιωτέρα των Χερουβείμ») στο Βυζαντινή και μεταβυζαντινή τέχνη, Αθήνα 1986, αριθ. 133, 135, 143 (Π. Βοκοτόπουλος). Η εικόνα της Θεοτόκου ένθρονης Βρεφοκρατούσας, έργο του Ιερεμία Παλλαδά, στο Αρχαιολογικόν Δελτίον 42 (1987), Χρονικά, Αθήνα 1992, σ. 188 (Ζ. Μυλωνά). Οι εικόνες Τρεις Ιεράρχες, άγιος Αντώνιος και άγιοι, έργο του ιερέως Δημητρίου, Μη μου Άπτου, απόστολοι Πέτρος και Παύλος, έργο του Μιχαήλ Δαμασκηνού, Θεοτόκος «Η τιμιωτέρα των Χερουβείμ» και Άγιοι Δέκα της Κρήτης, έργο του Σιλβέστρου Θεοχάρη στο Μυρτάλη Αχειμάστου-Ποταμιάνου, Εικόνες της Ζακύνθου, Αθήνα 1997, αριθ. 12,13, 14, 23, 24, 37. Η τοπογραφία των Αγίων Τόπων στο ΔΧΑΕ, τόμος ΚΔ΄, 2003, σ. 317-332 (Μ. Γεωργοπούλου-Βέρρα).
[7] Ντίνος Κονόμος, Ναοί και Μονές στη Ζάκυνθο, Αθήνα 1964, σ. 121-124.
[8] Πολλές από τις εικόνες έχουν συντηρηθεί και φυλάσσονται στο Μουσείο Ζακύνθου. Πρόσφατα, με αφορμή εργασίες επισκευής του κτιρίου, όλες οι εικόνες που είχαν παραμείνει στο ναό, συμπεριλαμβανομένης και της εικόνας της αγίας Αικατερίνης, μεταφέρθηκαν και φυλάσσονται στο εργαστήριο συντήρησης του Εκκλησιαστικού Μουσείου της Ι.Μ. Στροφάδων και Αγίου Διονυσίου.  
[9] Θερμές ευχαριστίες εκφράζονται στους υπεύθυνους του Σιναϊτικού Αρχείου Μνημείων για την άμεση αποστολή φωτογραφιών και την πρόθυμη παροχή χρήσιμων πληροφοριών, κυρίως όμως για τις γόνιμες συζητήσεις μας. Ευχαριστίες από καρδιάς οφείλονται και στη συνάδελφο και φίλη Μυρτώ Γεωργοπούλου-Βέρρα, επίτιμο Έφορο Αρχαιοτήτων και πρόεδρο της Επιστημονικής Επιτροπής του έργου «Ανάδειξη αρχαιολογικού χώρου Παλαιομονάστηρο» του ΤΔΠΕΑΕ, η οποία για άλλη μια φορά μοιράστηκε μαζί μου τους προβληματισμούς, αλλά και τη χαρά της έρευνας και συνέβαλε ουσιαστικά και ποικιλότροπα στην αίσια έκβασή της.
[10] Η συντήρηση έγινε από την υπεύθυνη του εργαστηρίου συντήρησης της 20ής Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Μαρίνα Μπάρμπα-Ραζή.
[11] Κάποιες από τις επιγραφές διαβάστηκαν ευχερέστερα με την πολυφασματική κάμερα που διαθέτει το εργαστήριο συντήρησης του Εκκλησιαστικού Μουσείου. Για την πρόθυμη συνεργασία, τις τεχνικές παρατηρήσεις, αλλά και τη φωτογράφηση της εικόνας, εκφράζω τις ευχαριστίες μου στο συντηρητή Ανδρέα Θεοδόση.
[12] Λ. Χ. Ζώης, ό.π., σ. 514-515.
[13] Λ. Χ. Ζώης, ό.π., σ. 518.
[14] ΦΑΚ. 3α, υποφ. 2.
[15] Ο Ντίνος Κονόμος στο Εκκλησίες και μοναστήρια στη Ζάκυνθο, Αθήνα 1967, σ. 172-173, στο τέλος του λήμματος Υπεράγαθος, παραθέτει σημείωμα του Λ.Χ. Ζώη, σύμφωνα με το οποίο το έγγραφο του Ιστορικού Αρχείου αποτελεί τη διαθήκη του σιναΐτη ιερομόναχου Σύλβεστρου Θεριανού, που πέθανε στο Λοιμοκαθαρτήριο της Ζακύνθου στις 11 Νοεμβρίου 1706. Με τη διαθήκη του αφήνει στον επίσης σιναΐτη ιερομόναχο Γαλάτιο Θεριανό τις αναφερόμενες εικόνες, κάποια βιβλία και άλλα αντικείμενα, προκειμένου χωρίς πρόβλημα να πάρει μαζί του, όταν επιστρέψει στο Σινά. Πιθανότατα, η ενυπόγραφη εικόνα του Βίκτωρα της μονής Σινά, η οποία δεν συγκαταλέγεται σήμερα στις εικόνες του μετοχίου της Ζακύνθου, να είναι η εικόνα που επαναπατρίστηκε στο Σινά με τη βοήθεια του ιερομόναχου Γαλάτιου.
[16] Για τις σχέσεις Κρήτης – Ζακύνθου, βλ. εργασίες του Λ. Χ. Ζώη στο «Επετηρίς Εταιρείας Κρητικών Σπουδών», τόμος Α΄, 1938, σ. 294-301, τόμος Β΄, 1939, σ. 121-131, τόμος Γ΄, 1940, σ. 179-186, τόμος Δ΄, 1941, σ. 107-112, και Ντίνος Κονόμος, Κρήτη και Ζάκυνθος, Αθήνα 1968. Επίσης, για τις μετακινήσεις των σιναϊτικών κωδίκων μεταξύ Κρήτης, Ζακύνθου, Βενετίας και Σινά, βλ. Διονύσιος Μούσουρας, Αι μοναί Στροφάδων και Αγίου Γεωργίου των Κρημνών Ζακύνθου (μελέτη φιλολογική και παλαιογραφική), Αθήνα 2003, σ. 261-262. 
[17] Ο λώρος ανήκει στα αυτοκρατορικά διάσημα. Με το επίμηκες σχήμα του συμβολίζει τα σάβανα, τις κειρίες του νεκρού Χριστού, υπενθυμίζοντας στον βασιλέα ότι είναι θνητός. Η πολυτέλεια του ενδύματος συμβολίζει τη λαμπρότητα της Αναστάσεως. Βλ. σχετικά: Νικόλαος Γκιολές, Τα βυζαντινά αυτοκρατορικά διάσημα, Ώρες Βυζαντίου. Έργα και ημέρες στο Βυζάντιο, Το Βυζάντιο ως Οικουμένη, κατάλογος έκθεσης, Αθήνα 2001, σ. 66-68.  
[18] Πανομοιότυπα σκουλαρίκια, ως προς το σχήμα και τα χρώματα των πολύτιμων λίθων, φοράει η Άννα Καντακουζηνή Παλαιολογίνα Βρυένισσα, όπως απεικονίζεται στο κτητορικό τυπικό της Μονής της Θεοτόκου της Βεβαίας Ελπίδος της Κωνσταντινούπολης. 14ος αι. Βλ. απεικόνιση στο Η Πολιτεία του Μυστρά. Ώρες Βυζαντίου. Έργα και ημέρες στο Βυζάντιο, κατάλογος έκθεσης, Αθήνα 2001, σ. 147.
[19] Μανόλης Μπορμπουδάκης, Παρατηρήσεις στη ζωγραφική του Σκλαβεροχωρίου, Ευφρόσυνον, αφιέρωμα στον Μανόλη Χατζηδάκη, Αθήνα 1991, σ. 384-385, πίν. 203α.
[20] Μανόλης Χατζηδάκης, Εικόνες της Πάτμου. Ζητήματα βυζαντινής και μεταβυζαντινής ζωγραφικής (Α΄ ανατύπωση), Αθήνα 1995, αρ. 68, πίν. 49, 127.
[21] Ό.π.,  πίν. 201.
[22] Οι Πύλες του Μυστηρίου, Θησαυροί της Ορθοδοξίας από την Ελλάδα, κατάλογος έκθεσης, Αθήνα 1994, αρ. 53, σ. 232 (Μαρία Βασιλάκη).
[23] Παναγιώτης Βοκοτόπουλος, Εικονογραφικές παρατηρήσεις στο Στιχηράριον Σινά 1234, ΔΧΑΕ, ΚΒ΄, 2001, σ. 93-94, εικ. 6.
[24] Σινά. Οι θησαυροί της Μονής, Αθήνα 1990, σ. 128, εικ. 88 (Ν. Δρανδάκης).
[25] Βλ. υποσημείωση 6.
[26] Η εικόνα περιβάλλεται από νεώτερο τοξωτό ξυλόγλυπτο πλαίσιο. Έχει διαστάσεις 146x54x2,2 εκ. και μπορεί να χρονολογηθεί στο δεύτερο μισό του 17ου αι. 
[27] Ό.π., σ. 127-128, εικ. 82 (Ν. Δρανδάκης).
[28] Την εικόνα λέγεται ότι πήρε το 1380 από τη μονή Σινά ο Raimondello Orsini del Balzo. Πιθανολογείται ότι τη δώρισε στη βασιλική Santa Croce di Gerusalemme το 1385-86. Βλ. Byzantium. Faith and Power (1261-1557), κατάλογος έκθεσης, Νέα Υόρκη 2004, αριθ. 131, σ. 221-222 (Helen C. Evans). 
[29] Θ. Αρχοντόπουλος, Ο κύκλος της αγίας Αικατερίνης στην ομώνυμη εκκλησία της Ρόδου, Αρχαιολογικόν Δελτίον, τόμος 41 (1986), Μέρος Α΄, Μελέτες, σ. 86-87, υποσημείωση 4, όπου όλη η βιβλιογραφία σχετικά με το βίο και τη λατρεία της αγίας.
[30] Μαρτύριο της Αγίας και Καλλινίκου Μεγαλομάρτυρος του Χριστού Αικατερίνας του Συμεώνος του μεταφραστού. PG 116, 276-301.
[31] «Βιβλίον καλούμενον Παράδεισος εκ των λόγων του Οσίου Θεοφόρου Πατρός ημών Συμεώνος του Μεταφραστού». Μεταφρασθέν παρά Αγαπίου Μοναχού του Κρητός. Ενετίησι παρά Ιωάννη Πέτρω τω Πινέλλω αχμα΄ (1641).
[32] «ταύτα εγώ Αθανάσιος, ταχυγράφος άμα και δούλος υπάρχων της κυρίας μου Αικατερίνης συνεγραψάμην τα υπομνήματα αυτής εν πάση ασφαλεία».
[33] Για το θέμα του μυστικού αρραβώνα βλ. σχετική βιβλιογραφία στο: Χρυσάνθη Μπαλτογιάννη, Εικόνα του Βυζαντινού Μουσείου με σκηνές από το βίο της αγίας Αικατερίνας. Ένα έργο της πρώιμης κρητικής ζωγραφικής, ΔΧΑΕ, περίοδος Δ΄, τόμος ΙΑ΄, 1982-1983, Αθήνα 1983, σ. 78-81 και στο: Δημήτριος Τριανταφυλλόπουλος, Από τον θρησκευτικό πίνακα στη λατρευτική εικόνα, ΔΧΑΕ, περίοδος Δ΄, τόμος Κ΄, 1998, Αθήνα 1999, σ. 352. Ο τελευταίος αναφέρει ό.π., υποσημ. 11: «ως προς το θέμα του μυστικού αρραβώνος σήμερα γίνεται γενικά αποδεκτό πως οι αρχές του ανάγονται γύρω στο 1200». Στο ίδιο, σ. 355, υποσημ. 35, σημειώνεται η σχετική με την εικονογραφία του θέματος βιβλιογραφία.
[34] Η Χρυσάνθη Μπαλτογιάννη, όπ., σ. 82, υποστηρίζει ότι προηγούμενο για την απεικόνιση της παράστασης αποτελεί τοιχογραφία με το ίδιο θέμα του Andrea da Bologna στη Santa Maria della Rocca στην Offida, ενώ εντοπίζει στενή εικονογραφική συγγένεια του ερημίτη και του οικίσκου με ανάλογη παράσταση στο fol. 9 του λατινικού χειρογράφου Vat. lat. 375 του Παλέρμου.  
[35] Χρυσάνθη Μπαλτογιάννη, ό.π., σ. 77-96.
[36] Ενδεικτικά βλ. δύο παραστάσεις του αγίου Νικολάου με σκηνές βίου, κρητικών εργαστηρίων στο: Αναστασία Δρανδάκη, Εικόνες. 14ος-18ος αιώνας. Συλλογή Ανδρεάδη, Αθήνα 2002, αρ. 8, σ. 52-59 (γύρω στο 1500) και αρ. 19, σ. 92-95 (τέλη 16ου αι.), καθώς και παράσταση του αγίου Νικολάου και σκηνές από τη ζωή του στο: Νανώ Χατζηδάκη, Από τον Χάνδακα στη Βενετία. Ελληνικές εικόνες στην Ιταλία. 15ος - 16ος αιώνας, Αθήνα 1993, αρ. 17, σ. 82-87 (γύρω στο 1500).  
[37] Θ. Αρχοντόπουλος, ό.π. σ. 88.
[38] Χρυσάνθη Μπαλτογιάννη, ό.π., σ. 87-91.
[39] Παναγιώτης Βοκοτόπουλος, Εικόνες της Κέρκυρας, Αθήνα 1990, αρ. 61, σ. 93-94, εικ. 186-187.
[40] Αγγελική Σταυροπούλου, Η αγία Αικατερίνη σε εικόνα του 16ου αιώνα, 22ο Συμπόσιο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης, Αθήνα 17, 18 και 19 Μαΐου 2002, πρόγραμμα και περιλήψεις εισηγήσεων και ανακοινώσεων, Αθήνα 2002, σ. 107, χωρίς φωτογραφία.
[41] Θ. Αρχοντόπουλος, ό.π., σ. 89, πίν. 27.
[42] Στο μαρτύριο είχαν υποβληθεί μεταξύ άλλων οι αγίες Βαρβάρα, Αγάθη, Μαρκέλλα, Θεοδοσία η Παρθενομάρτυρας, η Μεγαλομάρτυς Χριστίνα κ.ά. Βλ. εικόνα της Αγίας Βαρβάρας και σκηνές του βίου της (18ος αι.) στο: Ζωή Α. Μυλωνά, Μουσείο Ζακύνθου, Αθήνα 1998, αριθ. 119, σ. 284-285.
[43] Οι διαδεδομένες στη Δύση σκηνές είναι: ο διάλογος με τον Μαξέντιο, ο αγώνας με τους ρήτορες, το μαρτύριο των ρητόρων, το μαρτύριο της βασίλισσας, το μαρτύριο του τροχού, η αγία στη φυλακή, ο αποκεφαλισμός και η μεταφορά του λειψάνου της αγίας στο Σινά. 
[44] Η αρχαιότερη απεικόνιση μαρτυρίου με τροχό αφορά τους Μακκαβαίους και βρίσκεται χειρόγραφο του 9ου αι. (φ. 340r του Paris. Gr. 510). Σε τοιχογραφίες και εικόνες απαντάται κυρίους στον κύκλο του αγίου Γεωργίου.
[45] Για το θέμα του αποκεφαλισμού μαρτύρων γενικά βλ. Κ. Χαραλαμπίδης, Ο αποκεφαλισμός των μαρτύρων εις τας ιστορικοφιλολογικάς πηγάς και την βυζαντινήν τέχνην, Αθήνα 1989. 
[46] Σύμφωνα με την ορθόδοξη Πατερική Διδασκαλία, οι μοναχοί είναι οι φέροντες το Αγγελικό Σχήμα, οι ένσαρκοι άγγελοι οι τον κόσμον οικούντες. 
[47] Το 820 που ο Ευσέβιος επισκέφθηκε τη μονή Σινά, η λατρεία της Αγίας Αικατερίνης ήταν άγνωστη εκεί (PG 120, cols 265-268).
[48] Φωτογραφία της παράστασης βλ. στο: Ιερά Μονή Σινά, έκδοση Ιεράς Μονής Σινά 1985, εικ. 123.
[49] Μυρτάλη Αχειμάστου-Ποταμιάνου, ό.π. (υποσ. 6), αριθ. 30, 112-113, όπου και η προηγούμενη βιβλιογραφία.
[50] Μανόλης Χατζηδάκης, ό.π. αρ. 26, σ. 78-79, πίν. 24.
[51] Νανώ Χατζηδάκη, όπ. αρ. 4, σ. 36-39, εικ. 4α.
[52] Βλ. ενδεικτικά στο: Μανόλης Χατζηδάκης, ό.π., τις παραστάσεις του αγίου Γεωργίου (1500-1520), αριθ. 24, σ. 76-77, πίν. 26, και του αγίου Φανουρίου, έργο του Αγγέλου, αριθ. 69, σ. 117-119, πίν. 27.
[53] Holy Image, Holy Space. Icons and frescoes from Greece, κατάλογος έκθεσης, Αθήνα 1988, αρ. 52, σ. 134-135, 211 (G. Kalas).
[54] Μυστήριον Μέγα και Παράδοξον, κατάλογος έκθεσης, αρ. 144, σ. 388-389 (Αναστασία Δρανδάκη).
[55]  Manolis Chatzidakis, Icônes grecques à Venise, σ. 36-37, πίν. 13, και έγχρωμη φωτογραφία στο: Νίκη Γ. Τσελέντη-Παπαδοπούλου, Οι εικόνες της Ελληνικής Αδελφότητας της Βενετίας από το 16ο έως το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, αρχειακή τεκμηρίωση, Αθήνα 2002, αριθ. 21, σ. 135, πίν. 12.
[56] Σινά. Οι Θησαυροί της Μονής, ό.π., σ. 130, εικ. 92 (Ν. Δρανδάκης).
[57] Εικόνες της Κρητικής Τέχνης, Ηράκλειον Κρήτης 1993, κατάλογος έκθεσης, αρ. 196, σ. 544-545 (Α. Δρανδάκη).
[58] Σχετική βιβλιογραφία βλ. στο: Θ. Αρχοντόπουλος, ό.π., σ. 89-90.
[59] Σινά. Οι θησαυροί της Μονής, ό.π. σ. 115, 173, εικ. 46 (Ντ. Μουρίκη), Παναγιώτης Βοκοτόπουλος, Ελληνική Τέχνη. Βυζαντινές εικόνες, Αθήνα 1995, αρ. 61.
[60] Byzantium, ό.π., αρ. 296, σ. 485-486.
[61] Θ. Αρχοντόπουλος, ό.π., σ. 85-100, πίν. 21-27.
[62] Χρυσάνθη Μπαλτογιάννη, ό.π., σ. 75-98.
[63] Αγγελική Σταυροπούλου, ό.π.
[64] Ορθοδοξία-Ελληνισμός, Πορεία στην τρίτη χιλιετία, Άγιον Όρος 1996, τόμος Β΄, σ. 184.
[65] Μετά το Βυζάντιο (συλλογή Λάτση), Αθήνα 1996, αρ. 28 (Μαρία Καζανάκη-Λάππα).
[66] Α. Ξυγγόπουλος, Μουσείο Μπενάκη, Κατάλογος των Εικόνων, Αθήνα 1936, αρ. 31, σ. 45, πίν. 23 και Η Βενετία των Ελλήνων. Η Ελλάδα των Βενετών, κατάλογος έκθεσης, Αθήνα 1999, αρ. 1, σ. 105 (Αναστασία Δρανδάκη).
[67] Εικόνες της Κρητικής Τέχνης, ό.π. αρ. 117, σ. 473-474 (Μ. Μπορμπουδάκης).  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...